Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. 18,18-27)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Ἔνοχος, παραβάτης, ἁμαρτωλός…

«Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· Καὶ τίς δύναται σωθῆναι;» (Λουκ. 18,26)

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἕνας, ἀγαπητοί μου, ἕνας πλούσιος ἄρχοντας παρουσιάζεται μιὰ μέρα μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ κάνει μία ἐρώτησι· «Διδάσκαλε ἀγαθέ», λέει, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν «αἰώνιον ζωήν»; (Λουκ. 18,18). Ἔβλεπε αὐτὸς τὸν Χριστὸ ὡς ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ διδάσκαλο, ὄχι ὡς Θεό· καὶ ἐνῷ ἦταν φιλάργυρος, ὅπως ἀποδείχθηκε στὴ συνέχεια, ρωτοῦσε γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ θέλοντας νὰ μάθῃ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ζήσῃ ὥστε νὰ ἀπολαύσῃ αἰωνίως τὰ χρήματά του, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοφύλακτος ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας.

Καὶ ὁ Χριστός, ἀφοῦ τὸν δίδαξε, ὅτι ἕνας μόνο εἶνε ὁ ἀπολύτως ἀγαθὸς καὶ ἅγιος, ὁ Θεός, τοῦ λέει ὅτι, ἂν ἐνδιαφέρεται νὰ κληρονομήσῃ τὴν «αἰώνιον ζωήν», πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ· καὶ τοῦ ἀναφέρει συγκεκριμένα μερικές, τὶς πιὸ γνωστές, ὅπως εἶνε τὸ «Μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» (ἔ.ἀ. 18,19-20).

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ λοιπόν, νά τὸ χρυσὸ κλειδὶ μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου. Θέλεις νὰ γίνῃς κληρονόμος τῆς αἰωνίου ζωῆς, θέλεις ν᾽ ἀπολαύσῃς τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν; ἕνας εἶνε ὁ τρόπος, νὰ τηρήσῃς τὶς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός. Ἀλλ᾽ ὅταν ὁ Χριστὸς λέῃ ὅτι πρέπει ὁ πιστὸς νὰ τηρήσῃ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἐννοεῖ ὅλες· δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐκτελοῦμε μερικὲς μόνο ἀπὸ αὐτές, καὶ τὶς ἄλλες νὰ τὶς παραβλέπουμε καὶ νὰ τὶς παραβαίνουμε.

Τὸ λέω αὐτὸ γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο. Ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ φυλάγοντας μερικὰ στοιχειώδη πράγματα νομίζουν ὅτι εἶνε κιόλας ἐν τάξει· ἔχουν τὴν πεποίθησι ὅτι, ἐπειδὴ τηροῦν μερικὲς ἐντολὲς κι αὐτὲς ὄχι τελείως, θ᾽ ἀνοίξουν γι᾽ αὐτοὺς ὅλες οἱ θύρες τοῦ Παραδείσου. Δὲν σκότωσα ἄνθρωπο, σοῦ λένε, δὲν ἀτίμασα γυναῖκα, δὲν ἀδίκησα, δὲν ψευδώρκησα, δὲν ἔκανα κακὸ σὲ κανένα… Αὐτὰ λένε σήμερα πολλοί, ὅπως τότε ὁ πλούσιος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου (βλ. ἔ.ἀ. 18,21).

* * *

Ἀλλ᾽ αὐτοί, ἀγαπητοί μου, σφάλλουν. Ἂν ἐξέταζαν βαθειὰ τὸν ἑαυτό τους, θά ᾽βλεπαν ὅτι δὲν εἶνε ἐν τάξει ἀπέναντι στὸ Θεὸ κι ὅτι χρειάζεται νὰ κάνουν ἀκόμη πολλὰ γιὰ ν᾽ ἀποκτήσουν τὸ εἰσιτήριο γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καὶ γιὰ νὰ πεισθοῦμε, ἂς κάνουμε μία σύντομη ἐξέτασι. Λές, ὅτι δὲν σκότωσες. Κ᾽ ἐγὼ τὸ παραδέχομαι ὅτι δὲν σκότωσες, δηλαδὴ δὲν κάρφωσες τὸ μαχαίρι στὴν καρδιὰ τοῦ ἄλλου, δὲν τοῦ ᾽ρριξες φαρμάκι στὸ φαγητό του, δὲν τὸν πυροβόλησες μὲ πιστόλι. Ἐξέτασε ὅμως πιὸ προσεκτικὰ τὸ Εὐαγγέλιο, μελέτησε καλὰ καὶ τὸν ἑαυτό σου, καὶ τότε θὰ μάθῃς, ὅτι φονιᾶς δὲν εἶνε μόνο ἐκεῖνος ποὺ μὲ πιστόλι ἢ μὲ μαχαίρι ἢ μὲ δηλητήριο ἐξοντώνει τὸν ἄλλο· φονιᾶς εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του. Γιατὶ κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ σκοτώσῃ, ἀπὸ ἕνα μῖσος ξεκίνησε· τὸ μῖσος αὐτὸ ῥίζωσε μέσα του, καλλιεργήθηκε, μεγάλωσε, θέριεψε, καὶ τέλος ὥπλισε τὸ χέρι του μὲ φονικὸ ὄργανο καὶ ἔκανε τὴν ἐγκληματικὴ πρᾶξι. Γι᾽ αὐτὸ ὅποιος ἔχει τὸ μῖσος μέσ᾽ στὴν καρδιά του, αὐτὸς εἶνε φονιᾶς. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, εἶνε γραμμένο στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅτι «ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰω. 3,15). Καὶ τώρα λοιπὸν πέστε μου· ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν ἦρθαν στιγμὲς ποὺ μίσησε κάποιον ἄλλο, δὲν σκέφτηκε ἐναντίον του καὶ δὲν τὸν κακολόγησε ἢ τὸν καταράστηκε; Γι᾽ αὐτὸ μὴ λές, δὲν σκότωσα… Γιὰ νὰ τὸ πῇς αὐτό, γιὰ νὰ εἶσαι ἐν τάξει ὡς πρὸς τὴν ἐντολὴ «Οὐ φονεύσῃς», πρέπει ἡ ψυχή σου νὰ εἶνε τελείως ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸ μικρόβιο τοῦ μίσους· καὶ ὄχι μόνο νὰ μὴ μισῇς κανέναν, ἀλλὰ καὶ ἀντιθέτως νὰ τοὺς ἀγαπᾷς ὅλους.

Λὲς ἐπίσης, ὅτι δὲν ἀτίμασα γυναῖκα, δὲν προσέβαλα τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου. Πολὺ καλά. Ὁ Θεὸς σὲ φύλαξε καὶ δὲν ἔπεσες στὰ φοβερὰ ἁμαρτήματα τῆς σαρκός, τὴ μοιχεία καὶ τὴν πορνεία. Ἀλλὰ νομίζεις γι᾽ αὐτὸ πὼς εἶσαι καὶ ἐν τάξει; Ἀπατᾶσαι. Γιὰ νὰ πῇς ὅτι ἐξεπλήρωσες ὁλόκληρη αὐτὴ τὴν ἐντολή, πρέπει ὄχι μόνο νὰ ἔχῃς ἀποφύγει κάθε σαρκικὸ μολυσμὸ καὶ ἀκαθαρσία, ἀλλὰ νὰ εἶνε καὶ ἡ καρδιά σου καθαρή. Τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο· «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5,8)· εὐτυχισμένοι ὅσοι ἔχουν τὴν καρδιά τους καθαρή, γιατὶ αὐτοὶ μόνο θ᾽ ἀξιωθοῦν νὰ δοῦν τὸ Θεό. Καὶ παρακάτω λέει· Ὅποιος ῥίχνει βλέμμα σὲ γυναῖκα μὲ ἐπιθυμία ἁμαρτωλή, αὐτὸς ἤδη ἔπεσε· τέλεσε κιόλας τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας μέσα στὸ μυστικὸ ἐργαστήριο τῆς ψυχῆς (βλ. ἔ.ἀ. 5,28).

Γιατὶ κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ ἐκτελεῖ ἐμπράκτως τὴ μοιχεία δὲν τὸ κάνει αὐτομάτως, προηγεῖται κάποια διεργασία· ἀρχίζει μὲ ἕνα βλέμμα, προχωρεῖ σὲ μιὰ ἄθεσμη ἐπιθυμία, σκλαβώνεται στὸ πάθος, καὶ τέλος ὑποχωρεῖ καὶ τελεῖ τὴν πρᾶξι. Ἂς ρωτήσουμε λοιπὸν τώρα· Ἔχουμε τὴν καρδιά μας καθαρή; τὴν ὅρασι, τὴ διάνοια, τὶς σκέψεις, τὰ αἰσθήματα, τὶς ἐπιθυμίες μας; Ἐὰν ναί, ἔχει καλῶς, τότε τηροῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «Οὐ μοιχεύσῃς»· διαφορετικά, ἂν ἀφήνουμε ὀρθάνοιχτες τὶς θύρες τῆς ψυχῆς καὶ μπαίνουν - βγαίνουν αἰσχροὶ λογισμοὶ καὶ σαρκικὰ αἰσθήματα, τότε πῶς μποροῦμε νὰ λέμε ὅτι εἴμαστε ἐν τάξει ἀπέναντι στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁρίζει σῶμα - ψυχὴ - πνεῦμα νά ᾽νε καθαρὰ ἀπὸ κάθε μολυσμό; Προχωροῦμε.

Δὲν ψευδώρκησα, λές. Πολὺ καλά. Σὲ φύλαξε ὁ Θεὸς καὶ δὲν πῆγες σὲ δικαστήριο γιὰ νὰ πάρῃς ψεύτικο ὅρκο. Ἀλλὰ γιά σκέψου, πόσες φορὲς εἶπες ψέματα μέσα στὸ κατάστημά σου, στὸ σπίτι σου, στὴν ἀγορά; Πόσες φορὲς δὲν εἶπες «μὰ τὸ Θεό», «μὰ τὴν Παναγία»; Τί νόμιζες, πὼς αὐτὸ δὲν εἶνε ὅρκος, καὶ μάλιστα ποὺ δίνεται γιὰ τιποτένια πράγματα; Παραβάτες λοιπὸν τῆς ἐντολῆς αὐτῆς δὲν εἶνε μόνο ὅσοι ψευδορκοῦν σὲ δικαστήρια βάζοντας τὸ χέρι δίχως φόβο ἐπάνω στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καὶ ὅσοι γενικὰ χρησιμοποιοῦν τὸ μέγα ὄνομα Θεὸς γιὰ κοινὰ μικροπράγματα τῆς καθημερινότητος. Τὸ ὄνομα Θεὸς πρέπει νά ᾽νε σεβαστό. Ἂν τὸ πάρουμε στὸ στόμα μας, πρέπει νὰ τὸ προφέρουμε μὲ τὸ μεγαλύτερο σεβασμό. Διαφορετικά, ἁμαρτάνουμε, κι ἂς νομίζουμε πὼς εἴμαστε ἐν τάξει ἀπέναντι στὴν ἐντολὴ αὐτὴ ἐπειδὴ δὲν δώσαμε ἐπισήμως ἕνα ψεύτικο ὅρκο.

Ἰσχυρίζεσαι τέλος ὅτι δὲν ἀδίκησες. Καὶ νομίζεις ὅτι εἶσαι ἐν τάξει. Ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξετάσῃς πιὸ προσεκτικὰ τὴ συμπεριφορά σου, θ᾽ ἀλλάξῃς γνώμη. Ἄδικος δὲν εἶνε μόνο ὁ κλέφτης, ὁ καταχραστής· ἄδικος εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος πού, ἐνῷ μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὸ διπλανό του, δὲν τὸν βοηθάει, δὲν τὸν στηρίζει. Διότι τὰ πλούτη, τὰ ἀξιώματα, τὶς γνώσεις, τὰ προσόντα δὲν τὰ ἔδωσε ὁ Θεὸς σὲ μερικοὺς γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους· αὐτὰ μᾶς δόθηκαν γιὰ νὰ τὰ διαθέτουμε καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Οἱ πλούσιοι εἶνε ταμίες καὶ διαχειρισταὶ τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ· κι ὅπως ὁ ταμίας εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ὅπως τὸν διατάζει τὸ κράτος, ἔτσι κι ὁ πλούσιος πρέπει νὰ δίνῃ ἀπὸ τὰ ἀγαθά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ εἶνε ταμίας τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ δίνῃ ἐλεημοσύνη. Τὸ κάνει αὐτό; τότε εἶνε ἐν τάξει. Ἐὰν ὅμως τὰ κλείνῃ ὅλα μέσα στὶς ἀποθῆκες του, ὅπως ὁ ἄφρων πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου (βλ. Λουκ. 12,16-21), τότε εἶνε ἄδικος. «Τοῦ πεινῶντός ἐστιν ὁ ἄρτος ὃν σὺ φυλάττεις εἰς ἀποθήκας», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος (εἰς τὸ «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας» P.G. 31,261). Ὅ,τι σᾶς περισσεύει, λέει κι ὁ ποιητὴς στοὺς πλουσίους, δὲν εἶνε δικό σας, «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε».

* * *

Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ἐξετάσουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας ὑπ᾽ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, διαπιστώνουμε ὅτι καμμία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δὲν ἐκτελοῦμε ὅπως πρέπει. Καθαρίζουμε, σὰν τοὺς φαρισαίους, μόνο «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου» (Ματθ. 23,25), ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικὸ μένει ἀκάθαρτο κ᾽ ἐλεεινό. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ συγκλονίζει. Τί θὰ γίνῃ λοιπόν; θὰ μείνουμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο; Ἂν γιὰ νὰ σωθοῦμε ἀπαιτῆται τέτοια καθαρότης, τότε «τίς δύναται σωθῆναι;» (Λουκ. 18,26).

Ἡ ἀπάντησι στὸ ἐναγώνιο αὐτὸ ἐρώτημα, ἀδελφοί μου, εἶνε ὅτι μόνο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς σώσῃ. Ὅπως ἀκούσαμε, «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (ἔ.ἀ. 18,27). Συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί μου, ἂς μὴ λέμε ποτέ τὰ ὑπερήφανα λόγια, Ἐγὼ τηρῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, προσεύχομαι, πιστεύω, νηστεύω, ἐλεῶ… Ἀλλὰ νὰ λέμε· Κύριε, καμμιά ἐντολή σου δὲν ἐφύλαξα· εἶμαι ἔνοχος, παραβάτης, ἁμαρτωλός. Τὸ ἔλεός σου μόνο ζητῶ. «Θεοτόκε, πύλη ἐπουράνιε, ἄνοιξον ἡμῖν τὴν θύραν τοῦ ἐλέους σου» (ἀπολυτ. ὄρθρ. Τεσσαρ.).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Friday the 6th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©