Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ (Λουκ. 1,25-37)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο; Δὲν ἐννοῶ μὲ τὰ φυσικὰ αὐτιά, ἀλλὰ μὲ τὰ ἄλλα ἐκεῖνα αὐτιὰ ποὺ ἐννοοῦσε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω» (Ματθ. 11,15· 13,9,43. Μᾶρκ. 4,9· βλ. & 4,23· 7,16. Λουκ. 8,8· 14,35), τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς δηλαδή. Ὅποιος ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ βάζει βαθειὰ μέσα του καὶ προσπαθεῖ νὰ τὰ ἐφαρμόζῃ, εἶνε εὐτυχισμένος· ὅποιος δὲν τὰ ἐκτελεῖ ἀλλὰ τὰ περιφρονεῖ, εἶνε δυστυχισμένος (βλ. Ματθ. 7,24-27). Ἰσχύει γι᾽ αὐτὸν ὁ βαρὺς ἐκεῖνος λόγος τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ἰούδα· προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ στὸν κόσμο (βλ. ἔ.ἀ. 26,24).

Δύσκολες οἱ ἐντολὲς στὴν ἐποχή μας, λένε μερικοί, ποιός μπορεῖ νὰ τὰ κάνῃ αὐτά;… Τί ν᾽ ἀπαντήσουμε σ᾽ αὐτούς; Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶνε δύσκολα· φαίνονται δύσκολα, γιατὶ κακομάθαμε. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἔφυγε ἀπ᾽ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, κόλλησε στὴν κακία καὶ διαφθορά, γι᾽ αὐτὸ τοῦ φαίνονται δύσκολα. Ὅποιος εἶνε πολὺ ἀδύνατος, δὲν μπορεῖ νὰ σηκώσῃ οὔτε ἕνα χαλίκι. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε ἐντολὲς τέτοιες ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τὶς τηρήσουμε· ἕνα χαλικάκι μᾶς ἔδωσε, κι ὁ πιὸ ἀδύναμος μπορεῖ νὰ τὸ σηκώσῃ. Ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο, διαβάστε το ὅλο καὶ τί θὰ δῆτε· ὅλες οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου συνοψίζονται σὲ μία, σὲ μιὰ λέξι. Δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ τὴν ποῦμε, μόνο μικρὰ ἀθῷα παιδιά. Ποιά λέξι; «Ἀγάπη»!

Ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ μᾶς λέει· νὰ ἀγαποῦμε. Τί ν᾽ ἀγαποῦμε; Πρῶτα καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὸ Θεό, τὸν «βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ κύριον τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. 6,15). Καὶ μετὰ τὸν πλησίον μας· τὸν πατέρα, τὴ μητέρα, τὸν ἀδελφό· τὸ συγγενῆ, τὸ χωριανό, τὸ συμπατριώτη, τὸ συνάνθρωπο· τὸν εὐεργέτη· ἀλλ᾽ ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸν ἐχθρό. Εἶνε δύσκολο αὐτό; Τὸ μῖσος εἶνε δύσκολο, ἡ ἀγάπη εἶνε εὔκολη. Τὴν ἀγάπη κηρύττει ὁ Χριστὸς καὶ στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Πῶς; Μὲ μιὰ παραβολή, τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου. Τὴν εἶπε ὡς ἀπάντησι σὲ πειρακτικὸ ἐρώτημα ἑνὸς νομικοῦ.

* * *

Κάποιος, λέει, ποὺ ἔμενε σὲ πόλι χτισμένη ψηλά, πῆρε, ἀγαπητοί μου, τὸ δρόμο νὰ πάῃ σὲ ἄλλη πόλι ποὺ ἦταν πιὸ χαμηλά, ἀπ᾽ τὰ Ἰεροσόλυμα νὰ πάῃ στὴν Ἰεριχώ. Καθὼς βάδιζε ἀνύποπτος, σὲ ἕνα σημεῖο τοῦ δρόμου πίσω ἀπὸ βράχους καραδοκοῦσαν κρυμμένοι λῃστές. Πετάγονται ξαφνικὰ μπροστά του ἀγριεμένοι, μὲ ἡλιοκαμένα πρόσωπα, καὶ φωνάζουν· Ἄλτ, ψηλὰ τὰ χέρια! Ἔρημος ὁ τόπος, ἄοπλος αὐτός. Πῆγε ν᾽ ἀντισταθῇ. Τὸν χτύπησαν, τὸν ἔρριξαν κάτω, τοῦ πῆραν ὅ,τι εἶχε, κι ἀφήνοντάς τον μισόγυμνο καὶ πληγωμένο ἔφυγαν στὸ δάσος.

Πεσμένος στὸ δρόμο τώρα, φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Ποιός νὰ τὸν ἀκούσῃ σ᾽ ἐκείνη τὴν ἐρημιά; Νά ὅμως ποὺ κάποιος φαίνεται νά ᾽ρχεται καβάλλα. Πλησιάζει, τὸν κοιτάζει, βλέπει τὰ αἵματα, ἀκούει τὰ ἐλεεινὰ παρακάλια, κατοπτεύει τὸ μέρος, μὰ ὣς ἐκεῖ· κεντᾷ τὸ ζῷο κι ἀπομακρύνεται. Ἦταν δυστυχῶς ἱερεύς, ἄνθρωπος ὑποτίθεται τοῦ Θεοῦ, ποὺ ξέρει τὸ νόμο κι ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο περιμένει κανεὶς συμπόνια.

Νά σὲ λίγο ἕνας ἄλλος πάνω σὲ ἄλογο· αὐτὸς εἶνε λευΐτης, ὑπηρέτης τοῦ ναοῦ, ἄνθρωπος ἐπίσης θρησκευόμενος· ζωντανεύει πάλι ἡ ἐλπίδα τοῦ τραυματία. Κοντοστέκεται λίγο, ἀκούει τὸ θῦμα ποὺ τοῦ ζητάει βοήθεια, γυρίζει ὅμως ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο, προσπερνᾷ, φεύγει κι αὐτός. Καὶ ὁ τραυματίας μένει πάλι ἐκεῖ ἀβοήθητος.

Ὁ ἥλιος κοντεύει νὰ βασιλέψῃ, ἔρχεται ἡ νύχτα. Θὰ μείνῃ λοιπὸν ἔτσι μέσ᾽ στὸ δρόμο, νὰ τὸν φᾶνε οἱ λύκοι; Ἀλλὰ νά καὶ φαίνεται τώρα ἕνας ἄλλος. Δὲν εἶνε ὅμως οὔτε φίλος οὔτε συγγενής του· εἶνε ἀπὸ ἀλλοῦ, Σαμαρείτης, δηλαδὴ ἐχθρός του! Τὸν βλέπει ὁ ταλαίπωρος μὲ τὰ σβησμένα του μάτια καὶ σκέπτεται· Πάει χάθηκα, τώρα αὐτὸς θὰ μὲ ἀποτελειώσῃ!… Ἐνῷ ὅμως αὐτὸς τρέμει, ὁ Σαμαρείτης σταματάει, ξεπεζεύει, σκύβει πάνω του μὲ καλωσύνη, τοῦ δίνει θάρρος, τὸν σκουπίζει καὶ τὸν περιποιεῖται σὰν νοσοκόμος· βγάζει ἕνα μπουκάλι μὲ κρασὶ (ποὺ περιέχει οἰνόπνευμα) καὶ τοῦ ἀπολυμαίνει τὰ τραύματα, ἀλείφει μὲ λάδι τὶς πληγὲς καὶ τὶς δένει μὲ πανὶ ποὺ κόβει ἀπ᾽ τὸ πουκάμισό του.

Τέλος τὸν σηκώνει στὸν ὦμο σὰν χαμάλης, τὸν ἀνεβάζει στὸ ζῷο του καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὰν ἀγωγιάτης σ᾽ ἕνα πανδοχεῖο, χάνι. Μένει ὅλη νύχτα δίπλα του· καὶ τὸ πρωί, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγῃ, λέει στὸ ξενοδόχο· Σοῦ ἐμπιστεύομαι τὸν τραυματία αὐτόν· περιποιήσου τον σὲ ὅ,τι χρειαστῇ, κ᾽ ἐγὼ ὅταν ξαναγυρίσω θὰ σοῦ πληρώσω τὰ ἔξοδα.

Στὸ τέλος τῆς παραβολῆς ὁ Χριστὸς ρωτάει τὸ νομικό· –Ἀπὸ τοὺς τρεῖς ποὺ εἶδαν τὸν χτυπημένο, ποιός κατὰ τὴ γνώμη σου στάθηκε πλησίον του; –Αὐτὸς ποὺ τὸν σπλαχνίστηκε καὶ τοῦ ᾽δειξε ἀγάπη. Καὶ ὁ Κύριος τοῦ λέει· –Πήγαινε λοιπὸν καὶ κάνε κ᾽ ἐσὺ τὸ ἴδιο.

* * *

Αὐτή, ἀδελφοί μου, εἶνε ἡ παραβολή. Ποιά εἶνε ἡ ἑρμηνεία της; ποιός εἶνε ὁ ὁδοιπόρος ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ πῆγε στὰ χαμηλά; ποιοί εἶνε οἱ λῃσταὶ ποὺ τὸν τραυμάτισαν; ποιοί εἶνε ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης; ποιός εἶνε ὁ Σαμαρείτης; καὶ τέλος ποιό εἶνε τὸ πανδοχεῖο στὸ ὁποῖο ὡδηγήθηκε ὁ τραυματίας;

Ὁδοιπόρος εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Ἔφυγε ἀπὸ ψηλά, γιατὶ κάποτε ζοῦσε στὸν παράδεισο· ὁ νοῦς του ἦταν καθαρός, ἡ καρδιά του εὐγενής, ἡ θέλησί του δυνατὴ στὸ καλό, πετοῦσε σὰν ἀετός. Ἀλλὰ ἔπεσε χαμηλά. Ἂν πάρῃς ἕναν ἀετὸ καὶ τοῦ δέσῃς στὰ πόδια μολύβια, δὲν μπορεῖ νὰ πετάξῃ· πέφτει στὴ γῆ, προσπαθεῖ νὰ τινάξῃ τὶς φτεροῦγες του, ἀλλὰ μένει καθηλωμένος. Δυστυχισμένο πουλί! μολύβια εἶνε τὰ πάθη· κόψτε του τὰ μολύβια νὰ πετάξῃ πάλι ψηλά.

Ποιοί εἶνε οἱ λῃσταί; Οἱ δαίμονες, οἱ πειρασμοί, οἱ λογισμοί, οἱ ἐπιθυμίες. Αὐτὰ τραυματίζουν τὸν ἄνθρωπο. Ὁ νοῦς θολώνει, δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνῃ μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας· ἡ καρδιά του μολύνεται ἀπὸ πάθη, ἡ θέλησις ἐξασθενεῖ· ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνας τραυματίας. Ἔτσι κατήντησε ὅλη ἡ ἀνθρωπότης.

Ποιός νὰ τὴ σώσῃ; Πέρασαν ἀπὸ κοντά της διὰ μέσου τῶν αἰώνων, σὰν τὸν ἱερέα καὶ τὸ λευΐτη, φιλόσοφοι, ποιηταί, κοινωνιολόγοι, ἱδρυταὶ θρησκειῶν· κανείς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν μπόρεσε νὰ τῆς προσφέρῃ οὐσιαστικὴ βοήθεια. Ἀλλά, εὐλογητὸς ὁ Θεός! ἦρθε ἐκεῖνος ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ἐποχῆς του τὸν ὠνόμασαν περιφρονητικὰ Σαμαρείτη (βλ. Ἰω. 8,48)· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸν ἔλεγαν ἔτσι, γιατὶ ἔθιγε ἰουδαϊκὲς συνήθειες (π.χ. τὸ Σάββατο κ.λπ.), ὅπως ἔκαναν οἱ Σαμαρεῖτες. Ὁ Χριστὸς ἦταν ψηλά, πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ τοὺς οὐρανούς (εἶνε ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος), καὶ χαμήλωσε· «μᾶς ἐπισκέφθηκε ἀνατολὴ ἐξ ὕψους» (Λουκ. 1,78). Ἦρθε ἐδῶ κάτω στὴ γῆ, βρέθηκε κοντὰ στὸν ἄνθρωπο, τόσο ὅσο κανείς ἄλλος. Εἶνε ἀληθινὰ «πλησίον», πιὸ κοντὰ κι ἀπ᾽ τὴ μάνα, κι ἀπ᾽ τὸ παιδί, ἀκόμη κι ἀπ᾽ τὴ γυναῖκα ποὺ ἦταν «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς» τοῦ Ἀδάμ (Γέν. 2,23). Τὸν ἀγγίζεις διὰ τῆς πίστεως.

Ποιό εἶνε τέλος τὸ πανδοχεῖο; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ! Δέχεται ὅλους ὁποιαδήποτε ὥρα, χωρὶς καμμιά διάκρισι. Εἶνε τὸ ἀνάκτορο τοῦ οὐρανοῦ· «ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ᾽ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ» (Γέν. 28,17). Κανένα δὲν διώχνει ἡ Ἐκκλησία· σὰν μάνα ἀγκαλιάζει ὅλα τὰ παιδιά της.

Μιὰ Κυριακή, λέει ἕνα ἀνέκδοτο, ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία καθόταν ἕνας ἀσκητής, ποὺ εἶχε χάρισμα νὰ διακρίνῃ τὶς καρδιές. Ἔμπαιναν γυναῖκες - ἄντρες. Τοὺς ἔβλεπε ὅλους μαύρους. Ὅταν σχόλασε ἡ ἐκκλησία κ᾽ ἔβγαιναν μὲ τὸ ἀντίδωρο στὸ χέρι, ἦταν πάλι μαῦροι. Κανείς δὲν ὠφελήθηκε; ἀποροῦσε ὁ ἀσκητής. Ἀλλὰ νά κ᾽ ἕνας ποὺ μπῆκε μαῦρος καὶ τώρα βγαίνει ἄσπρος. Τὸν πλησιάζει. –Πές μου, τοῦ λέει, ποιός εἶσαι; –Χρόνια εἶχα νὰ μπῶ σ᾽ ἐκκλησία, ἀπὸ τότε ποὺ παιδὶ μ᾽ ἔφερνε ἡ μάνα μου. Μετὰ ἔμπλεξα, ἔγινα λῃστής, ἔβαψα τὰ χέρια στὸ αἷμα. Σήμερα ὅμως, σὰν ἄκουσα καμπάνα, κάτι ξύπνησε μέσα μου. Δὲν πάω ὣς ἐκεῖ; σκέφτηκα. Δυὸ δυνάμεις πάλεψαν μέσα μου. Ἡ μία ἔλεγε «Ἐσύ, τέτοιος ἁμαρτωλός, στὴν ἐκκλησιά;…». Ἡ ἄλλη μὲ τραβοῦσε δυνατά. Ἔτσι μπῆκα. Ὅταν εἶδα τὶς εἰκόνες κι ἄκουσα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἔκλαψα. Εἶπα «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42), καὶ μυστικὰ ὑποσχέθηκα, νὰ μὴ ξαναγυρίσω στὸ βουνό, νὰ γίνω κ᾽ ἐγὼ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, ἀγαπητοί μου; Ὅλοι οἱ ἄλλοι κοράκια μπῆκαν, κοράκια βγῆκαν. Ἐμεῖς; μπαίνουμε μὲ κατάνυξι στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ;

* * *

Τελείωσα. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ πανδοχεῖο τῶν πληγωμένων ψυχῶν. Καὶ μόνο αὐτό; Μὴ λησμονοῦμε οἱ Ἕλληνες ὅτι τῆς ὀφείλουμε καὶ πολλὰ ἄλλα. Στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ποιός μᾶς κράτησε καὶ μᾶς παρηγόρησε; ποιά ἦταν ἡ μάνα ποὺ ἔχυνε «βαθειά μας στὴν ψυχὴ γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες»; (Κ. Κρυστάλλης). Ἡ Ἐκκλησία! Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, νὰ τρέχουμε στὴν Ἐκκλησία, νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστό. Καὶ τότε, ἐφ᾽ ὅσον ἀνατέλλει ἥλιος καὶ λάμπουν ἄστρα, ὁ τόπος αὐτὸς θὰ μείνῃ Ἑλληνικὸς καὶ Ὀρθόδοξος, εἰς ἔπαινον καὶ λατρείαν τοῦ Κυρίου, ᾧ ἡ δόξα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Friday the 6th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©