Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Θεϊκὰ ἀγωνίσματα γιὰ πλούσιους καὶ φτωχοὺς

 

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Στὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ εὐαγγελίου, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου, βλέπουμε δύο ἀνθρώπους ποὺ διαφέρουν τελείως μεταξύ τους στὴ νοοτροπία καὶ τὸν τρόπο ζωῆς. Δύο ἀντίθετοι κόσμοι, ὁ ἕνας ἀπέναντι στὸν ἄλλο. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶνε ὁ πλούσιος. Μὲ τὰ λεπτὰ ποὺ διαθέτει περνάει αὐτὴ τὴ ζωὴ μὲ κάθε ἄνεσι. Δὲν σκέπτεται ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ζωή. Τά ᾽χει ἐδῶ ὅλα ἄφθονα, δὲν τοῦ λείπει τίποτε· ντύνεται μὲ τὰ πιὸ ἀκριβὰ ροῦχα ποὺ ὑπάρχουν, λὲς κ᾽ εἶνε βασιλιᾶς, τρώει καὶ πίνει κάθε μέρα ἀπολαυστικὰ καὶ χορταστικά, γεύεται κάθε τέρψι τῶν αἰσθήσεων.

Ὅταν ὅμως τελειώνει ἡ ζωὴ αὐτὴ καὶ φεύγει γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο, ἐκεῖ ἀλλάζουν τὰ πράγματα καὶ αὐτὸς αἰφνιδιάζεται· ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία ῥίχνεται στὰ βάθη τῆς κολάσεως, ὅπου δὲν ὑπάρχει οὔτε σταγόνα χαρᾶς καὶ εὐτυχίας.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶνε ὁ Λάζαρος· ὁ φτωχὸς καὶ ἀπένταρος, ὁ ῥακένδυτος καὶ κουρελῆς, ὁ ἀσθενὴς καὶ πληγιασμένος. Πιστεύει ὅμως ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμος, κι αὐτὸ τοῦ δίνει ἀντοχὴ καὶ ὑπομένει ὅλα τὰ δεινὰ τῆς παρούσης ζωῆς. Τίποτα δὲν χάρηκε ὁ ταλαίπωρος ἐδῶ· δὲν εἶχε οὔτε τὰ στοιχειώδη καὶ ἀπαραίτητα. Σερνόταν μπρὸς τὴν πύλη τοῦ μεγάρου τοῦ πλουσίου μὲ τὸ σῶμα γεμᾶτο πληγὲς ποὺ ἔρχονταν καὶ τὶς ἔγλειφαν τὰ σκυλιά, καὶ περίμενε πότε θὰ πέσουν τὰ ψίχουλα ἀπ᾽ τὰ τραπέζια τῆς κραιπάλης, γιὰ νὰ κορέσῃ λίγο τὴν πεῖνα του.

Ὅταν ὅμως ἔφυγε ἀπ᾽ τὴ ζωὴ αὐτή, τότε τὸν παρέλαβαν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν μετέφεραν στὸν παράδεισο· κ᾽ ἐκεῖ ὁ φτωχὸς δὲν εἶχε πλέον καμμιά ἔλλειψι, τὸ πονεμένο σῶμα του βρῆκε θεραπεία, καὶ ἡ ψυχή του ἀναπαύθηκε μὲ ἀγαλλίασι μέσα στὴν ἀγκάλη τοῦ Ἀβραάμ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Γεννᾶται τώρα ἐδῶ μιὰ ὑποψία. Γιατί ἆραγε ὁ μὲν πλούσιος ῥίχτηκε στὸ φοβερὸ καμίνι καὶ ὁ φτωχὸς ἀξιώθηκε νὰ μπῇ στὸν παράδεισο; μήπως ὁ μὲν πλούσιος ἀποκλείσθηκε ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο καὶ μόνο γιατὶ ἦταν πλούσιος, καὶ ὁ φτωχὸς ἔγινε τρισευτυχισμένος κληρονόμος τῆς οὐρανίου βασιλείας μόνο καὶ μόνο γιατὶ ἦταν φτωχὸς καὶ ἀξιολύπητος; Κάνει λοιπὸν καὶ ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ διάκρισι μεταξὺ φτωχῶν καὶ πλουσίων; κ᾽ ἐδῶ δηλαδὴ προσωποληψία; Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ πρέπει ν᾽ ἀπαντήσουμε τώρα, ἔστω μὲ συντομία.

* * *

Ὁ πλούσιος, ἀγαπητοί μου, ῥίχτηκε στὴν κόλασι, ὄχι γιατὶ ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ γιατὶ ἦταν κακός, σκληρόκαρδος, ἄσπλαχνος, σαρκολάτρης, ἄπιστος· καὶ τὸ ἄφθονο χρῆμα ποὺ διέθετε τὸ εἶχε καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὸ σαρκίο του, γιὰ τὴν ἱκανοποίησι τῶν πέντε αἰσθήσεων. Ἡ κακία του λοιπὸν καὶ ὄχι ὁ πλοῦτος ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἔκλεισε τὴν θύρα τοῦ παραδείσου. Ἂν ὁ πλούσιος ζοῦσε ἐδῶ στὴ γῆ ἐνάρετα, ἂν χρησιμοποιοῦσε τὰ ἀγαθά του ὅπως θέλει ὁ Θεός, ἂν στὴ ζωή του ἀκολουθοῦσε τὸν τρόπο ζωῆς τῶν ἁγίων, ἂν ἐμιμεῖτο τὸ ὑπόδειγμα π.χ. τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἰὼβ καὶ ἄλλων σὰν αὐτούς, πλουσίων δηλαδὴ ἀλλὰ πιστῶν ἀνδρῶν τῆς παλαιᾶς διαθήκης, θὰ ἀξιωνόταν νά ᾽νε κι αὐτὸς μαζί τους στὸν παράδεισο· ὅπως μπῆκαν ἐκεῖνοι, ἔτσι θὰ ἔμπαινε κι αὐτός. Καὶ τότε θὰ τοῦ ἄξιζε αὐτό, θὰ ἦταν βραβεῖο ἀγῶνος· θὰ ἔμπαινε δηλαδὴ στὸν παράδεισο σὰν νικητής.

Γιατὶ πόλεμος, καὶ μάλιστα μεγάλος καὶ σφοδρός, ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ νικήσῃ ἕνας πλούσιος τὴν ἕλξι καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ χρήματος, νὰ ποδοπατήσῃ τὴν ὕλη, καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του. Ἀλλὰ δυστυχῶς στὸν ἀγῶνα αὐτὸν ὁ πλούσιος νικήθηκε. Ὄχι γιατὶ δὲν μποροῦσε, ὄχι γιατὶ δὲν εἶχε δυνάμεις νὰ νικήσῃ, ἀλλὰ γιατὶ δὲν θέλησε νὰ ἀγωνιστῇ. Ἡ ψυχή του προτίμησε νὰ λατρεύσῃ τὸν χρυσὸ Μόσχο καὶ ὄχι τὸν Θεό· προτίμησε νὰ μείνῃ δεμένος μὲ τὸ χρῆμα, δοῦλος στὸ μαμωνᾶ, παρὰ νὰ γίνῃ δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι τὸ χρῆμα τὸν ἔσυρε σὰν ἀνδράποδο, σὰν κτῆνος, σὲ ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τοὺς τόπους τῆς σπατάλης, τῆς ἀσωτίας, τῆς διαφθορᾶς, ἐκεῖ ποὺ θυσιάζεται τὸ πνεῦμα καὶ θεοποιεῖται τὸ σαρκίο.

Ὁ πλούσιος ἔγινε ὁ δύστυχος ὅλος μιὰ σάρκα. Μέσα του δὲν εἶχε ἀπομείνει καμμιά ἀνώτερη σκέψι, δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε καμμιά λογικὴ μέριμνα γιὰ τὸ μέλλον. Ἡ καρδιά του κατήντησε μιὰ πέτρα, ἀναίσθητη ἀπέναντι στὴν ἀνθρώπινη δυστυχία· γιατὶ ἂν τοῦ ᾽χε μείνει λίγη εὐαισθησία, θὰ ἄκουγε τὴ δυστυχία ποὺ ἀναστέναζε κάθε μέρα μπροστὰ στὴν πόρτα του, κάτω ἀπ᾽ τὰ μεγαλοπρεπῆ ἀνάκτορά του, κάτω ἀπ᾽ τὰ φωτισμένα παράθυρά του.

Εἶχε καταντήσει ἀναίσθητος, ἕνα παχύδερμο κτῆνος· εἶχε καταντήσει –μὲ συγχωρεῖτε– ἕνας χοῖρος, ἀφοῦ τὸ ἰδανικό του ἦταν τὸ ἴδιο μὲ τοῦ χοίρου, ἕνα ἀδηφάγο καταβρόχθισμα. Νά λοιπὸν γιατί ἦταν φύσει ἀδύνατον ἕνα τέτοιο ὄν, ἕνα τέτοιο ἀκάθαρτο «ζωντανό», νὰ εἰσέλθῃ στὰ ἀνάκτορα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ποὺ ἀστράφτουν ἀπὸ ἠθικὴ καθαρότητα. Νά γιατί ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο· ἀποκλείστηκε, γιατὶ δὲν εἶχε τὸ ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς.

Ὁ Λάζαρος τώρα. Γιατί ἀξιώθηκε αὐτῆς τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ βρῆκε τὴν ἀνάπαυσι στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ; μόνο ἐπειδὴ ἦταν φτωχός; Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε καὶ κάθε ἄλλος φτωχὸς θὰ ἦταν ἄξιος γιὰ τὸν παράδεισο. Ὄχι λοιπὸν γιατὶ ἦταν φτωχὸς καὶ ἀσθενὴς καὶ ἀξιολύπητος, ἀλλὰ γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς, γι᾽ αὐτὸ ἀξιώθηκε τῆς σωτηρίας. Μεταχειρίστηκε μὲ θεία φώτισι ὅλες τὶς ἀντιξοότητες· χρησιμοποίησε τὴ φτώχεια του καὶ τὴ δυστυχία του, τὴν ἀσθένειά του καὶ τὶς πληγές του, τὸν παραγκωνισμό, τὴν ἐγκατάλειψι καὶ τὴν ἀπομόνωσί του ὡς μέσα γιὰ νὰ ἀσκηθῇ· τὰ πῆρε ὡς εὐκαιρίες γιὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἁγιότητα. Ὅλα τὰ θλιβερὰ περιστατικὰ τῆς ζωῆς ἔγιναν γιὰ τὸ Λάζαρο σκαλοπάτια καὶ κλίμακες, γιὰ νὰ πατήσῃ ἡ ψυχή του καὶ ν᾽ ἀνεβῇ σὲ ὕψη ἀρετῆς.

Ἔτσι πλησίασε στὸν οὐρανὸ καὶ ἔτσι κατέκτησε τὸν οὐρανό· μὲ ὅλα αὐτὰ καθαρίστηκε, λαμπρύνθηκε, στολίστηκε, ἀπέκτησε τὸ ἔνδυμα γιὰ νὰ εἰσέλθῃ στὸν θεῖο νυμφῶνα. Σὲ ὅλο τὸ διάστημα τοῦ μαρτυρίου του –ἀληθινὸ μαρτύριο δὲν ἦταν ὁ βίος του;– δὲν ζήλεψε καὶ δὲν φθόνησε τὸν πλούσιο γιὰ τὰ πλούτη του καὶ τὰ ἀγαθά του, δὲν τὸν μίσησε γιὰ τὴν σκληροκαρδία καὶ ἀσπλαχνία του, δὲν ἔγινε βλάσφημος καὶ γογγυστὴς κατὰ τῆς θείας Προνοίας· ὑπέμεινε ὅλα τὰ δεινά του ἔχοντας ὡς πολύτιμο ἐφόδιο τὴν ὑπομονὴ καὶ ὡς θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους, εὐχαριστώντας καὶ δοξάζοντας τὸ Θεό.

Ὁ Λάζαρος ἔμοιαζε μὲ μιὰ πανύψηλη βελανιδιὰ ποὺ στέκει ὄρθια καὶ ἀντέχει μέσα σὲ ὅλες τὶς θύελλες αὐτῆς τῆς ζωῆς. Δὲν κλονίστηκε, δὲν ἔχασε τὴν ὑπομονή του, δὲν ἀπελπίστηκε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνταμείφθηκε μὲ δόξα καὶ χαρὰ αἰώνια· ὄχι γιατὶ ἦταν φτωχός, ἀλλὰ γιατὶ ἀποδείχθηκε ἥρωας τῆς ἀρετῆς. Νίκησε στὸ στάδιο τῆς ζωῆς αὐτῆς τὰ δυὸ μεγάλα θηρία, τὸ θηρίο τῆς φτώχειας καὶ τὸ θηρίο τῆς θλίψεως, τὰ ὁποῖα –ἀλλοίμονο–τόσους καὶ τόσους νικοῦν καὶ τρομοκρατοῦν.

* * *

Ἡ ζωὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ στάδιο τῆς ἀρετῆς. Σ᾽ αὐτὸ ὅλοι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ν᾽ ἀγωνιστοῦμε. Γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ὁ Θεὸς ἔχει ὁρίσει καὶ ἰδιαίτερα ἀγωνίσματα. Ἔτσι ἔχει ὁρίσει γιὰ μὲν τὸν πλούσιο τὸ ἀγώνισμα τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἀγάπης στοὺς φτωχοὺς καὶ δυστυχισμένους, καὶ γιὰ τὸν φτωχὸ καὶ ἀσθενῆ τὸ ἀγώνισμα τῆς ὑπομονῆς καὶ ἐγκαρτερήσεως στὰ δεινά.

Εὐτυχισμένοι ὅποιοι νικήσουν, σὲ ὁποιαδήποτε παράταξι καὶ ἂν ἀνήκουν. Θὰ στεφανωθοῦν καὶ οἱ πλούσιοι, θὰ στεφανωθοῦν καὶ οἱ φτωχοί· οἱ μὲν πλούσιοι ἂν ἀναδειχθοῦν ἥρωες φιλανθρωπίας, καὶ οἱ φτωχοὶ ἂν ἀναδειχθοῦν ἥρωες ὑπομονῆς.

Καὶ ἀντιθέτως θὰ τιμωρηθοῦν καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί, οἱ μὲν πρῶτοι ἂν καταντήσουν σκληροὶ καὶ ἀπάνθρωποι, οἱ δὲ δεύτεροι ἂν φανοῦν ἀνυπόμονοι, μεμψίμοιροι καὶ γογγυσταί.

Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν ὅλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, γιὰ νὰ κερδίσουμε καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὰ αἰώνια βραβεῖα τῆς ἀρετῆς, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος θ᾿ ἀπονείμῃ μὲ ἀπόλυτη δικαιοσύνη, χωρὶς χαριστικὴ διάκρισι κοινωνικῶν τάξεων καὶ καταστάσεων, στοὺς νικητὰς τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Διότι εἶνε γραμμένο στὴ Γραφή· «Σ᾽ αὐτὸν ποὺ νικᾷ θὰ τοῦ δώσω (νὰ φάῃ) ἀπὸ τὸ μάννα ποὺ ἔχω κρυφὰ φυλαγμένο, καὶ θὰ τοῦ δώσω λευκὴ πέτρα ποὺ ἐπάνω της εἶνε γραμμένο ἕνα νέο ὄνομα, τὸ ὁποῖο δὲν τὸ ξέρει κανείς παρὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ τὸ παίρνει»·

«Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ τοῦ μάννα τοῦ κεκρυμμένου καὶ δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καὶ ἐπὶ τὴν ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον, ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰμὴ ὁ λαμβάνων»(Ἀπ. 2,17).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Friday the 6th. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©