Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν (Μᾶρκ. 8,34 – 9,1)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς

«Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37)

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Μεγάλα καὶ συγκλονιστικὰ εἶνε, ἀγαπητοί μου, τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ὅποιος τ᾽ ἀκούσῃ καὶ τὰ ἐφαρμόσῃ, αὐτὸς σῴζεται. Εἶνε συμβουλὲς κάποιου ὁ ὁποῖος μᾶς ἔχει ἀγαπήσει περισσότερο ἀπὸ τὸν πατέρα μας, συμβουλὲς ἀπὸ ἕνα στόμα ποὺ εἶπε πάντοτε τὴν ἀλήθεια καὶ ποτέ δὲν ἐξαπάτησε κανένα. Εἶνε λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖον οἱ προφῆτες εἶχαν προαναγγείλει, καὶ οἱ ἀπόστολοι ποὺ τὸν ἔζησαν τὸ ἐπιβεβαίωσαν, ὅτι δὲν «εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Ἠσ. 53,9 = Α΄ Πέτρ. 2,22)· δὲν εἶπε ποτέ ψέμα, δὲν μίλησε ποτέ ἀπατηλά. Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ εἶπε ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου ἀποστολῆς του καὶ εἶνε ἰδιαιτέρως βαρυσήμαντα. Ἂς τὸν ἀκούσουμε λοιπόν.

Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ἀδελφοί μου, ὅτι ὁ Χριστὸς κάλεσε ὅλο τὸ λαὸ καὶ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε· «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»· ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ ἀκόλουθός μου, τὸν καλῶ νὰ ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτό του, νὰ σηκώσῃ τὸ σταυρό του καὶ νὰ μὲ ἀκολουθῇ (Μᾶρκ. 8,34).

Πολλοὶ ἔχουν τὴν ἐντύπωσι ὅτι ὁ Κύριος κήρυξε μόνο τὴν εἰρήνη καὶ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 13,34· 15,12,17). Ναί, ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτά. Μὲ τὸ ὅλο κήρυγμά του ὁ Κύριος ἔκανε φανερὸ ὅτι ἄρχισε μία πνευματικὴ μάχη, ὅτι κήρυξε ἕναν ἀόρατο πόλεμο. Πόλεμο ἐναντίον τῶν τριῶν ἀσπόνδων ἐχθρῶν μας· τοῦ πονηροῦ διαβόλου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου καὶ τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ποὺ φέρουμε μέσα μας.

Τώρα λοιπὸν κάνει ἐπιστράτευσι καὶ καλεῖ μαχητάς. Θέλει νὰ κάνῃ ἐπιλογὴ τῶν στρατιωτῶν του· ἀλλὰ δὲν θέλει στρατιῶτες ἀναγκαστικούς, θέλει ἐθελοντάς, γι᾽ αὐτὸ λέει· «Ὅποιος θέλει…». Δὲν βιάζει κανέναν ὁ Κύριος. Ὁ καθένας εἶνε ἐλεύθερος ν᾽ ἀκολουθήσῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ τὸ προσκλητήριό του. Ὅσοι ὅμως θελήσουν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό, πρέπει νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ ἀποδέχωνται τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ ἀναλαμβάνουν, νὰ ξέρουν –ἂς ποῦμε μὲ σημερινὴ γλῶσσα– τὸν κανονισμὸ τοῦ στρατεύματός του. Τί ζητάει λοιπὸν ἀπὸ μᾶς ὁ Κύριος γιὰ νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἀκόλουθοί του; Τρία πράγματα ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

Πρῶτον, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν», ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Τί σημαίνει τὸ ν᾽ ἀρνηθῇ κανεὶς τὸν ἑαυτό του; ποιός εἶνε ὁ ἑαυτός μας ποὺ πρέπει νὰ τὸν ἀποστραφοῦμε, νὰ τὸν μισήσουμε καὶ νὰ τὸν ἐγκαταλείψουμε; Μήπως εἶνε τὸ σῶμα μας; Ὄχι· διότι τὸ σῶμα εἶνε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶνε κάτι κακό. Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Κύριος, πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψι μας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε τώρα ὅπως τὸν ἔπλασε στὴν ἀρχὴ ὁ Θεός· δὲν εἶνε τώρα δίκαιος, εὐθύς, ἐνάρετος. Ἡ ἁμαρτία τὸν διέστρεψε καὶ τὸν ἐμόλυνε· διαμόρφωσε μέσα του ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο, διεφθαρμένο, ποὺ ῥέπει πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν καταστροφή του.

Τὸ αἰσθανόμαστε καὶ οἱ ἴδιοι· ὑπάρχει μέσα μας καὶ κάποιος κακὸς σύμβουλος ποὺ μᾶς σπρώχνει ἀλλοῦ. Καὶ τί συμβουλεύει· νὰ δείχνουμε κακία, νὰ θυμώνουμε, νὰ λέμε ψέματα, νὰ συκοφαντοῦμε, νὰ βλαστημοῦμε, νὰ ἀδικοῦμε, νὰ κλέβουμε, νὰ πιανώμαστε στὰ χέρια σὰν τ᾽ ἀγρίμια, ἀκόμη καὶ νὰ σκοτωνώμαστε. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν κακὸ ἑαυτό μας, τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον» (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9), αὐτὸν τὸν παλιάνθρωπο, πρέπει ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε· νὰ μὴ τὸν λυπηθοῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸν διώξουμε ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς ψυχῆς μας. Γιατὶ ἂν αὐτὸς μείνῃ, ἐμεῖς θὰ καταστραφοῦμε.

Δεύτερον, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ νὰ σηκώσουμε τὸ σταυρό μας; Σταυρὸς εἶνε τὸ ξύλο ἐπάνω στὸ ὁποῖο ἀπέθανε ἀτιμωτικὰ ὁ Κύριος. Ὅπως λοιπὸν ὁ Χριστὸς ὑπέμεινε τὸν σταυρό του, βάδισε δηλαδὴ ἀποφασιστικὰ πρὸς τὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανὸς ἔχει τὸ δικό του σταυρό· πρέπει δηλαδὴ νὰ εἶνε ἕτοιμος νὰ ὑποστῇ κάθε θυσία, μέχρι θανάτου, γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ ἅγιο θέλημά του. Ὁ στρατιώτης ὑποφέρει καὶ ταλαιπωρεῖται γιὰ τὴν ἐπίγεια πατρίδα, κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἀποφασισμένοι καὶ τὸ αἷμα μας ἀκόμη νὰ δώσουμε γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα.

Καὶ τρίτον, «ἀκολουθείτω μοι». Νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε, νὰ ὑποτασσώμεθα σ᾽ αὐτόν, νὰ τηροῦμε ὅλες τὶς ἐντολές του, νὰ τὸν μιμούμεθα. Ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ κ᾽ ἐμεῖς. Ὅπως τὰ πουλάκια στὸ ἄκουσμα τῆς φωνῆς τῆς κλώσσας τρέχουν κοντά της, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς σὲ κάθε κλῆσι τοῦ Χριστοῦ νὰ τρέχουμε πατώντας ἐπάνω στὰ ἴχνη του. Εἶνε «ὁ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας» (Ἑβρ. 2,10), ὁ Σωτήρας μας, ὁ Θεός μας· νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε πιστὰ καὶ σταθερά, μὲ ἀκρίβεια καὶ προθυμία, διαρκῶς, ἰσοβίως.

* * *

Ἀλλὰ γιατί νὰ γίνουν τόσοι κόποι; γιατί νὰ ὑποφέρουμε ὅλα αὐτά; γιὰ ποιόν; Δὲν τὰ ζητάει ὁ Χριστὸς αὐτὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν τὰ ἔχει ὁ ἴδιος ἀνάγκη· τὰ ζητάει γιὰ μᾶς, γιατὶ ἐμεῖς ἔχουμε τὴν ἀνάγκη. Σκοπός του εἶνε, νὰ σωθῇ ἡ ψυχή μας. Καὶ τώρα στὸ εὐαγγέλιο μᾶς λέει, τί μεγάλος θησαυρὸς εἶνε ἡ ψυχή μας. Δὲν ὑπάρχει τίποτα ἰσάξιο μ᾽ αὐτήν, τίποτα δὲν ἀντισταθμίζει τὴν ἀξία της. Φανταστῆτε μιὰ ζυγαριά, ἡ ὁποία κλίνει πρὸς τὸ ἕνα μέρος, γιατὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν ὅλα τὰ πολύτιμα πράγματα τοῦ κόσμου τούτου· μόλις ὅμως στὸ ἄλλο μέρος βάλουμε μία ψυχή, τὴν ψυχὴ ὄχι ἑνὸς ἐπωνύμου καὶ διασήμου ἀνθρώπου ἀλλὰ τὴν ψυχὴ ἀκόμη καὶ τοῦ πιὸ ταπεινοῦ καὶ ἀσήμου θνητοῦ, ἀμέσως ἡ ζυγαριὰ κλίνει πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τόση εἶνε ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς· μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἀξία ὅλου τοῦ κόσμου!

Αὐτὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχουμε συνείδησι τῆς ἀξίας ποὺ ἔχει αὐτὸς ὁ πολύτιμος θησαυρός μας, ἀπερίσκεπτα τὸν ξεπουλᾶμε μὲ πολὺ φτηνὰ ἀνταλλάγματα· γιὰ λίγη ἐφήμερη διασκέδασι, γιὰ λίγο βρώμικο χρῆμα, γιὰ λίγη μάταιη δόξα. Πόσο ἀνόητοι εἴμαστε! Ἂν ἔχῃς μιὰ λίρα, δὲν τὴν δίνεις γιὰ νὰ πάρῃς μιὰ δεκάρα· ἂν ἔχῃς ἕνα πολύτιμο ῥολόι, δὲν τὸ πουλᾷς γιὰ ἕνα πακέττο τσιγάρα· δὲν σὲ συμφέρει νὰ πουλᾷς τὸ σιτάρι ἢ τὸ καλαμπόκι ἢ τὸ βαμβάκι ἢ τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἢ τὸ γάλα ποὺ παράγεις ἐὰν δὲν σοῦ πληρώσουν τὴν ἀξία τους· διαφορετικά, εἶνε σὰν τὰ τὰ πετᾷς στὸ ῥέμα. Προσέχεις, καὶ καλὰ κάνεις, νὰ μὴ ζημιωθῇς στὰ ὑλικά· γιατί ὅμως δὲν προσέχεις, ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον, νὰ μὴ ζημιωθῇς καὶ στὰ πνευματικά, ποὺ ἔχουν ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀξία;

Εἶνε φρικτό, ἀδελφοί μου· πουλᾶμε τὴν ἀθάνατη ψυχή μας σὲ ἕνα μεγάλο ἀπατεῶνα, τὸν σατανᾶ. Καὶ γιατί τὴν πουλᾶμε; γιὰ ἕνα τίποτα! Ὑπάρχουν λαοὶ στὴν Ἀφρική, στὴν Αὐστραλία, στὸ νότιο Ἀμερική, ποὺ οἱ δῆθεν πολιτισμένοι τοὺς ὀνομάζουν ὑποανάπτυκτους. Ζοῦν σὲ ἡμιάγρια κατάστασι στὴ φύσι, μέσα σὲ δάση ἢ κοντὰ σὲ ποτάμια. Ἐκεῖ βρίσκουν πολύτιμα πράγματα, διαμάντια καὶ μαργαριτάρια, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν τὴν ἀξία τους, τὰ θεωροῦν χαλίκια. Ὡρισμένοι ὅμως Εὐρωπαῖοι ἔμποροι, ποὺ διακρίνουν ὅτι αὐτὰ εἶνε πολύτιμοι λίθοι, τὰ βάζουν στὸ μάτι καὶ κατορθώνουν νὰ τὰ πάρουν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους. Τί κάνουν· τὰ ἀνταλλάσσουν μὲ κάτι μικροαντικείμενα, μεταλλικὰ ἢ γυάλινα ποὺ λάμπουν, πολύχρωμα ὑφάσματα, διάφορες γυαλιστερὲς χάντρες, κομπολόγια κ.λπ.. Ὅταν οἱ ἰθαγενεῖς βλέπουν τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ ἐνθουσιάζονται, τὰ ἀνταλλάσσουν χωρὶς ἄλλη σκέψι μὲ τὰ δικά τους, καὶ ἔτσι οἱ Εὐρωπαῖοι μαζεύουν τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ διαμάντια. Κάτι τέτοιο παθαίνουμε κ᾽ ἐμεῖς· ὁ σατανᾶς ξέρει τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς, μᾶς δελεάζει καὶ μᾶς ξεγελάει μὲ τὴν ἁμαρτία, ποὺ τὴν κάνει νὰ φαντάζῃ σὰν γυαλιστερὴ χάντρα.

* * *

Ἂς κατανοήσουμε, ἀδελφοί μου, πόσο μεγάλη ἀξία ἔχει ἡ ψυχή. Γιὰ μία ψυχή, τὴν ἁμαρτωλὴ Σαμαρείτιδα, ὡδοιπόρησε ὁ Θεάνθρωπος· καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ὅλων μας σταυρώθηκε, γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ. Εἶνε λοιπὸν ὁ μεγαλύτερος θησαυρὸς ποὺ ὑπάρχει. Γι᾽ αὐτὸ ἂς τὸν φυλάξουμε, ἂς τὸν προστατεύσουμε. Καὶ ἂς φροντίσουμε γιὰ τὴν ψυχή μας. Νὰ τὴν στολίσουμε μὲ τὸ φόρεμα κάθε ἀρετῆς· τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινώσεως. Καὶ τότε ὁ Κύριος θὰ μᾶς βραβεύσῃ, ὅταν θὰ ἔλθῃ πάλι στὸν κόσμο τὴν «ἡμέραν ἐκείνην τὴν φοβεράν»(μεσονυκτ.), γιατὶ δείξαμε μέριμνα γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ δὲν τὴν παραδώσαμε στὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ μας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Wednesday the 23rd. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©