Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Κύριε, ἐλέησόν με

«Προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν…» (Ματθ. 17,14-15)

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Καὶ πάλι, ἀγαπητοί μου, καὶ πάλι βρίσκομαι ἐνώπιόν σας. Ἂς ἔχῃ δόξα ἡ ἁγία Τριάς, ποὺ μὲ ἀξιώνει γιὰ μία ἀκόμη φορά, τελευταία ἴσως, νὰ βρεθῶ στὴ θέσι αὐτή. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς μιλήσω καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάνετε λίγη ὑπομονή, γιὰ ν᾽ ἀκούσετε λόγια, ποὺ ἴσως τά ᾽χετε ἀκούσει καὶ ἄλλοτε εἴτε ἀπὸ τοὺς γονεῖς σας εἴτε ἀπὸ τοὺς δασκάλους σας. Ἂς τ᾽ ἀκούσετε ἀκόμη μιὰ φορά. Τὸν καλὸ τὸ λόγο νὰ τὸν ἀκοῦτε πάντοτε, τὰ ἄσχημα λόγια ποτέ.

Θὰ μιλήσουμε ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου. Ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὠκεανὸς θείων νοημάτων· εἶνε ἕνα μεταλλεῖο χρυσοῦ πού, ὁσοδήποτε χρυσάφι καὶ ἂν βγάλουμε, οἱ φλέβες του μένουν ἀνεξάντλητες· εἶνε μιὰ πηγή, ποὺ ὅσο νερὸ καὶ νὰ πάρουμε, δὲν στερεύει· εἶνε ὁ ἄρτος, ὄχι ὁ γήινος ἀλλὰ ὁ ὑπερφυσικός, ὁ πνευματικός, ὁ ἄρτος μὲ τὸν ὁποῖο κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο «τρέφονται ψυχαὶ Θεὸν πεινῶσαι», ψυχὲς δηλαδὴ ποὺ πεινοῦν τὸ Θεό. Καὶ ὅπως ἡ μάνα παίρνει τὸ ψωμί, τὸ κόβει σὲ φέτες καὶ μικρὰ κομμάτια καὶ τὸ δίνει στὸ παιδί, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, μάνα στοργική, παίρνει τὸ πνευματικὸ ψωμί, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία της τὸ κάνει λιανὰ κομματάκια.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε δέκα στίχοι (βλ. Ματθ. 17,14-23). Ποιόν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἑρμηνεύσουμε; Κάθε στίχος μᾶς δίνει ἀφορμὴ γιὰ ἀνάπτυξι καὶ ἑνὸς σπουδαίου θέματος. Ἂν εἶχα μπροστά μου νέους καὶ νέες, θὰ ἔλεγα στὰ νιᾶτα τῆς ἐποχῆς μας· Παιδιὰ τοῦ αἰῶνος τούτου, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν πυραύλων, παιδιὰ ποὺ τρέχετε σὰν ἄλογα ἀχαλίνωτα καὶ πληγώνεστε πάνω στὰ βράχια τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κακοῦ, ῥίξτε ἕνα βλέμμα στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· εἶνε –τί νομίζετε– ἡ φωτογραφία τῆς σύγχρονης νεολαίας. Γιατὶ μιλάει γιὰ ἕνα νέο ποὺ σεληνιαζόταν, ἄφριζε κ᾽ ἔπεφτε πότε στὸ νερὸ καὶ πότε στὴ φωτιά (βλ. ἔ.ἀ. 17,15).

Ἔτσι εἶνε καὶ οἱ νέοι τῆς ἐποχῆς μας, δαιμονιζόμενοι, ὅπως θά ᾽λεγε κάποιος σπουδαῖος ῾Ρῶσος συγγραφέας.

Ἂν εἶχα μπροστά μου γονεῖς, δυστυχισμένους γονεῖς τῆς ἐποχῆς μας, μὲ παιδιὰ ἀνυπότακτα ποὺ δὲν τοὺς ἀκοῦνε ἀλλὰ ποτίζουν κάθε μέρα τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μὲ φαρμάκι, θὰ τοὺς ἔλεγα· Φέρτε ἐγκαίρως τὰ παιδιά σας στὸ Χριστό (βλ. ἔ.ἀ. 17,17)· εἶνε ὁ μόνος παιδαγωγός, ὁ μόνος διδάσκαλος καὶ ὁ μόνος Σωτήρας τῆς νεότητος.

Ἂν εἶχα μπρός μου ἀσκητάς, ποὺ ζοῦνε στὶς φωλιὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ στὰ ἄλλα ἱερὰ μοναστήρια, θὰ τοὺς ἔλεγα· Πατέρες τῆς ἐρήμου, καλόγεροι καὶ ἡγούμενοι, γιατί ἀφήσατε καὶ σκούριασαν τὰ δυὸ μεγάλα ὅπλα σας; Τὰ ὅπλα αὐτά, ποὺ ἔχετε ὄχι μόνο ἐσεῖς ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς κ᾽ εἶνε τώρα σκουριασμένα, ἂν τὰ πάρετε πάλι στὰ χέρια σας καὶ τὰ στιλβώσετε, θὰ κάνετε θαύματα· τὸ ἕνα εἶνε ἡ προσευχὴ καὶ τ᾽ ἄλλο ἡ νηστεία, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»(ἔ.ἀ. 17, 21).

Ἂν εἶχα ἐδῶ τοὺς ἱερεῖς, τοὺς θεολόγους, τοὺς ἱεροκήρυκες, τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας, θὰ ἔλεγα· Ἀδελφοί μου, μέσα στὸ εὐαγγέλιο εἶνε ἡ φωτογραφία μου καὶ φωτογραφία μας. Τὸ κακὸ αὐξήθηκε στὴν ἐποχή μας· δὲν εἶνε πιὰ ῥυάκι, ἔγινε Δούναβις ποταμός· δὲν εἶνε πιὰ χαλικάκι, ἔγινε βουνὸ πελώριο. Ἀλλὰ τί λέει ὁ Κύριος· Ἂν ἔχετε ἕνα κουκκὶ πίστι, θὰ πῆτε στὸ βουνό, Ξερριζώσου ἀπὸ ᾽δῶ καὶ πήγαινε ἐκεῖ, καὶ θὰ πάῃ (βλ. ἔ.ἀ. 17,20)· θὰ τὸ ἁρπάξῃ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ τὸ ρίξῃ μέσ᾽ στὸ πέλαγος σὰν νά ᾽νε χαλικάκι.

Τί ἐννοεῖ τὸ εὐαγγέλιο λέγοντας ὅτι μὲ τὴν πίστι μπορεῖ νὰ ξερριζώνουμε βουνά; Βουνὰ εἶνε οἱ ἁμαρτίες. Σήμερα πλέον δὲν εἶνε χαλικάκια, μικρὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ βουνὰ τεράστια· ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας, ἐκτρώσεις, γυμνισμός, πλεονεξία, φιλαργυρία - τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα, ἀπιστία, ἀθεΐα… Ὅλα αὐτὰ πιέζουν τὴν καρδιά. Ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ξερριζώσῃ; Ἐμεῖς; Ἂν εἴχαμε τὴν πίστι τῶν ψαράδων τῆς Γαλιλαίας, τῶν ἁγίων ἀποστόλων, καὶ τῶν ἁγίων προπατόρων μας, θὰ κάναμε τὸ θαῦμα.

Οἱ ἀπόστολοι ξερρίζωσαν τὸ βουνὸ τῆς εἰδωλολατρίας, καὶ οἱ ἅγιοι τῆς τουρκοκρατίας Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, Ἀρσένιος ὁ ἐν Πάρῳ τίναξαν τὸ ζυγὸ τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ σὰν βουνὸ πελώριο πίεζε τὶς καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων πεντακόσα χρόνια· αὐτὸ φαινόταν ἀδύνατον, κι ὅμως μιὰ φούχτα φτωχοὶ κι ἀδύναμοι ἀγωνίστηκαν καὶ ἡ πατρίδα μας ἐλευθερώθηκε. Αὐτὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· ὅποιος ἔχει πίστι, ξερριζώνει βουνά. 

Ἂν τέλος εἶχα μπροστά μου ὄχι ἀνθρώπους τῆς ἐπαρχίας καὶ τῆς ὑπαίθρου, ἀλλὰ τῆς Ἀθήνας καὶ τῶν μεγαλουπόλεων ποὺ κατήντησαν Σόδομα καὶ Γόμορρα, θὰ ἔπαιρνα ἄλλο ῥητὸ τοῦ εὐαγγελίου καὶ θὰ ἔλεγα· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (ἔ.ἀ. 17,17).

* * *

Ἀλλὰ τώρα ἔχω μπροστά μου ἐσᾶς, ποὺ μὲ γνωρίζετε καλά· καί, μολονότι πρέπει νὰ μιλήσω, ἐγὼ αἰσθάνομαι δυσκολία· νιώθω πὼς τώρα πρέπει νὰ σιωπήσω, δὲν πρέπει νὰ κηρύξω. Γιατί; Γιὰ δύο λόγους.

Ἂν διαβάζετε τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ εἴδατε ὅτι μιὰ φορὰ ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ χωριό του, στὴ Ναζαρέτ. Μαζεύτηκαν οἱ συγχωριανοὶ καὶ μεταξύ τους ἔλεγαν· –Ἦρθε ὁ γυιὸς τοῦ μαραγκοῦ, ποὺ σὰν παιδιὰ παίζαμε ἐδῶ μαζί· πᾶμε νὰ δοῦμε τί θὰ πῇ… Καὶ τὸν ἄκουσαν. Ἀλλὰ τὸν πίστεψαν; Δὲν τὸν πίστεψαν. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε μερικὲς πικρὲς ἀλήθειες, ὅταν ἄνοιξε τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς ὑπέδειξε τὰ καθήκοντά τους, ὅλοι ἐκεῖ, μικροὶ - μεγάλοι, –ἀπίστευτο– πήραν λιθάρια νὰ τὸν λιθοβολήσουν! Καὶ τότε ὁ Χριστὸς εἶπε τὸ λόγο ἐκεῖνο, ὅτι «Οὐδείς προφήτης δεκτὸς εἰς τὴν πατρίδα αὐτοῦ» (βλ. Λουκ. 4,24).

Καὶ ἂν τὸ εἶπε αὐτὸ ὁ Χριστός, πῶς εἶνε δυνατὸν ἐγὼ ν᾽ ἀποτελέσω ἐξαίρεσι τοῦ κανόνος; Αὐτὸς εἶνε ὁ ἕνας λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο θέλω νὰ σιωπήσω.

Ὁ δεύτερος λόγος εἶνε, ὅτι μὲ κατέχει βαθειὰ συγκίνησι. Ἀναπολῶ ἀνθρώπους ποὺ γνώρισα καὶ τώρα ἔχουν ἀναχωρήσει γιὰ τοὺς οὐρανούς, καὶ μιὰ μελαγχολία καταλαμβάνει τὴν ψυχή μου. Ποῦ εἶνε οἱ παλαιοί; Ποῦ εἶνε οἱ πατεράδες καὶ οἱ παπποῦδες μας; (ὁ μακαρίτης ὁ πατέρας μου δὲν μὲ λυπόταν – πατεράδες ποὺ χαϊδεύουν τὰ παιδιά τους δὲν κάνουν καλά· ἀγαποῦσε, ἀλλ᾽ ὅταν ἔκανα καμμιὰ ἀταξία, ἦταν φόβος καὶ τρόμος).

Ποῦ εἶνε οἱ εὐλαβεῖς ἱερεῖς, ποὺ μᾶς ἁγίαζαν; Ποῦ εἶνε οἱ καλοὶ ἐπίτροποι, ποὺ «πολλὰ ἐκοπίασαν» (πρβλ. ῾Ρωμ. 16,12) ὑπηρετώντας χρόνια τοὺς ναούς μας ἀνιδιοτελῶς; Ποῦ εἶνε οἱ ψαλτάδες, ποὺ μόλις χτυποῦσε ἡ καμπάνα ἔρχονταν νὰ ποῦν τὸν Ἑξάψαλμο μὲ κατάνυξι κι ἀνέβαιναν στὸ στασίδι νὰ ψάλουν μὲ ἱεροπρέπεια; Ποῦ εἶνε οἱ δασκάλοι μας; Ποῦ εἶνε ὅλοι αὐτοί; Δὲν βρίσκονται πλέον μεταξύ μας. Ζοῦμε μὲ τὶς ἱερὲς ἀναμνήσεις τους καὶ γονατίζουμε μπροστὰ στοὺς τάφους τους.

Γι᾽ αὐτὸ ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο παίρνω ἕνα μόνο λόγο, τὸ «Κύριε ἐλέησον», τὸ «Κύριε ἐλέησον»! (Ματθ. 17,15). Ἔλεος, Κύριε! Ζητῶ τὸ ἔλεός σου γιὰ ὅλους, ζῶντας καὶ νεκρούς, γιατὶ ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶσαι νέος; φύλαξε τὴ σημερινὴ φωτογραφία σου, γιατὶ θὰ περάσουν χρόνια καὶ θὰ γίνῃς ἀγνώριστος. Ποῦ τὸ κάλλος, ἡ ὀμορφιά, ἡ δύναμι; «Ὡς ἄνθος μαραίνεται καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται» κάθε ἄνθρωπος (Νεκρ. ἀκολ.).

Εἶσαι πλούσιος; «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν…» (Ψαλμ. 33,11). Τροχὸς εἶνε ἡ ζωή. Αὐτὸς ποὺ σήμερα εἶνε ζητιάνος αὔριο μπορεῖ νά ᾽νε βιομήχανος, κι ὁ ἄλλος ποὺ σήμερα εἶνε πλούσιος, αὔριο νά ᾽νε φτωχός.

Εἶσαι ὑγιής; Περίμενε τὴν ἀσθένεια, καὶ μάλιστα –μὴ φοβᾶστε, μὴν τρέμετε– τὴν ἀσθένεια ποὺ εἶνε ἡ μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ δὲν μπόρεσε ἀκόμη ἡ ἐπιστήμη νὰ τὴ νικήσῃ· ἐννοῶ τὸν καρκίνο.

Εἴμαστε ἐδῶ πεντακόσοι ἄνθρωποι; Τὸ ἕνα πέμπτο (1/5) θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια αὐτή, ἐκτὸς ἐὰν δώσῃ ὁ Θεὸς καὶ βρεθῇ τὸ φάρμακο.

Δῶσε τὸ ἔλεός σου, Θεέ μου, στοὺς λίγους γεωργούς μας, ποὺ εἶνε ἡ ῥίζα τῆς ἀνθρωπότητος· ἔλεος στοὺς λίγους βοσκούς, ποὺ πάνω στὶς ῥάχες λένε ἀκόμα τὰ τραγούδια σου· ἔλεος στὰ παιδιά μας, ποὺ κινδυνεύουν νὰ γίνουν Δανοὶ καὶ Σουηδοί· ἔλεος στοὺς γονεῖς, ποὺ μοχθοῦν γιὰ τὰ παιδιά τους· ἔλεος στοὺς δασκάλους, ἔλεος στοὺς ἱερεῖς, ἔλεος στοὺς ἀρχιερεῖς, ἔλεος σὲ ὅλους.

Ξέχασα ἕναν! Ποιόν; Αὐτὸ ποὺ εἴμαστε ὅλοι. Ἔλεος, Θεέ μου, γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Καὶ ποιός δὲν εἶνε ἁμαρτωλός; Ὁ Θεὸς θὰ μᾶς δικάσῃ ὄχι γιατὶ ἁμαρτάνομε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μετανοοῦμε. Θεέ μου Θεέ μου, ποιός μετανοεῖ! …

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Saturday the 21st. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©