Κυριακὴ Ε΄ Ματθαίου (Ματθ. 8,28 – 9,1)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Αὐτὸς εἶνε ὁ σατανᾶς

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, ὅπως λέει ὁ θεόπνευστος λόγος, ἦρθε στὴ γῆ «ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου», φανερώθηκε στὸν κόσμο μὲ σκοπὸ νὰ καταλύσῃ τὰ ἔργα τοῦ σατανᾶ (Α΄ Ἰω. 3,8). Ὁ σατανᾶς προηγουμένως φαινόταν ἀνίκητος. Ἦταν ἕνας «κοσμοκράτωρ» ὅπως χαρακτηρίζεται (Ἐφ. 6,12). Οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν, νὰ τὸν νικήσουν. Ἦταν ὑπηρέτες τῶν θελημάτων του, σκλάβοι. Ὅταν ὅμως ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, τὸν ἐξουδετέρωσε· συγκρούστηκε μαζί του καὶ τὸν νίκησε ὁριστικά. Μία ἀκτίνα τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ μας περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

Ἔρχεται, ἀδελφοί μου, «εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν» (Ματθ. 8,28). Ἀφοῦ διέσχισε τὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος, φτάνει ἀπέναντι ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Γεργεσηνοὶ ἢ Γαδαρηνοί. Ἐκεῖ ἔρχεται. Θέλει νὰ βοηθήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς διδάξῃ, νὰ τοὺς φωτίσῃ.

Ἀποβιβάζεται λοιπόν, ἀλλὰ καθὼς βαδίζει συναντᾷ δύο δυστυχισμένους. Ἦταν σὰν ἄγρια θηρία ποὺ εἶχαν στήσει ἐκεῖ τὴ φωλιά τους.

Ἦταν δαιμονιζόμενοι, ἄνθρωποι δηλαδὴ ποὺ τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματά τους εἶχε κυριεύσει τὸ πονηρὸ πνεῦμα· εἶχαν γίνει ὄργανα τοῦ σατανᾶ. Εἶχαν ἐγκαταλείψει τὰ σπίτια καὶ τὸ χωριό τους. Ζοῦσαν ἔξω, κοιμόντουσαν μέσα σὲ μνήματα καὶ σπηλιές. Εἶχαν γίνει ὁ φόβος καὶ τρόμος τῶν κατοίκων, τρομοκράτες τῆς περιοχῆς. Κανείς δὲν μποροῦσε νὰ περάσῃ ἀπὸ ᾽κεῖ. Αὐτὴ ἦταν ἡ κατάστασί τους.

Ἀλλὰ δαιμονιζόμενοι δὲν ἦταν μόνο τότε οἱ δυὸ αὐτοὶ δυστυχισμένοι ἄντρες, οὔτε εἶνε καὶ σήμερα ὅσοι πάσχουν παρομοίως· δαιμονιζόμενοι εἶνε καὶ ἄλλοι. Δὲν εἶνε μόνο ἐκεῖνοι ποὺ φωνάζουν, βρίζουν, τρίζουν τὰ δόντια, ἀφρίζουν, πέφτουν κάτω, μένουν ξεροὶ κι ἀναίσθητοι, καὶ τοὺς πηγαίνουν οἱ δικοί τους στὸν ἅγιο Γεράσιμο τῆς Κεφαλονιᾶς γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Δαιμονιζόμενοι εἶνε πολλοί! Θέλετε μερικὰ παραδείγματα;

Δαιμονιζόμενος εἶνε ὁ μέθυσος. Δὲν τοῦ ἀρέσει τὸ σπίτι, συχνάζει στὸ καπηλειό. Κι ὅταν ἐπιστρέφει γίνεται ὁ τύραννος τῆς οἰκογενείας, τρομοκρατεῖ καὶ τὴν κοινωνία. Εἶνε ἕνα θηρίο μᾶλλον παρὰ ἄνθρωπος. Μιὰ παροιμία λέει «Ὁ τρελλὸς εἶδε τὸ μεθυσμένο κ᾽ ἔφυγε».

Δαιμονιζόμενος ὁ βλάσφημος. Ὁ Πλάστης τοῦ ᾽δωσε τὴ γλῶσσα νὰ δοξολογῇ τὸ Θεό· ἀλλ᾽ αὐτὸς τὴ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ τὸν ὑβρίζῃ. Δηλητήριο στάζει γλῶσσα του.

Δαιμονιζόμενος εἶνε ὁ ἀκόλαστος. Ὅταν τὸν κυριεύει τὸ πάθος τῆς σαρκός, γίνεται ἐκτὸς ἑαυτοῦ, ὑποδουλώνεται στὴν αἰσχρὰ ἐπιθυμία, λέει λόγια καὶ κάνει ἐνέργειες ποὺ προσβάλλουν καὶ ἀτιμάζουν ἄλλα πρόσωπα, ἀλλὰ κι ἴδιος ἐξευτελίζεται, καταρρακώνει τὴν τιμὴ τῆς οἰκογενείας του, γελοιοποιεῖται.

Δαιμονιζόμενος καὶ ὁ θυμώδης, ποὺ τὴν ὥρα τοῦ παροξυσμοῦ χάνει τὴν αὐτοκυριαρχία του, δὲν ξέρει τί λέει καὶ τί κάνει.

Δαιμονιζόμενος ὁ ἐγωιστής, ποὺ φαντασιώνεται καὶ ζῇ μὲ αὐτάρεσκες παραισθήσεις, φιλόδοξες ἰδέες καὶ ἐξωπραγματικὲς ἀξιώσεις.

Δαιμονιζόμενος ὁ χαρτοπαίκτης, ποὺ μέσα σὲ μιὰ νύχτα καταστρέφει κόπους, ἱδρῶτα, οἰκονομίες ὁλόκληρης ζωῆς καὶ αὐτοκαταδικάζεται σὲ φτώχεια.

Δαιμονιζόμενος μ᾽ ἕνα λόγο κάθε ἁμαρτωλός. Δὲν ἀρέσκεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, δὲν θέλει ν᾽ ἀκούῃ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· χτυπάει ἡ καμπάνα τὴν Κυριακή, κι αὐτὸς κοιμᾶται ἢ τρέχει ἀλλοῦ μακριά…

* * *

Ἀλλ᾽ ἂς δοῦμε τί ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς δύο δαιμονιζομένους. Αὐτοί, μόλις τὸν ἀντικρύζουν, ταράζονται. Ὅπως οἱ κακοῦργοι ἅμα δοῦν ἀστυνομία «τὰ χρειάζονται», ἔτσι κι αὐτοί. Φοβοῦνται. Καταλαβαίνουν ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα τους, τὸ βασίλειό τους λήγει· ἀρκετὰ βασάνισαν τοὺς ἀνθρώπους, τώρα πρέπει νὰ φύγουν. Ἀλλὰ οἱ δαίμονες δὲν θέλουν· δὲν μποροῦν νὰ ἡσυχάσουν, δὲν ξέρουν ἀνάπαυσι. Γι᾽ αὐτὸ παρακαλοῦν· «Ἀφοῦ μᾶς διώχνεις, Κύριε, ἐπίτρεψέ μας νὰ πᾶμε στὸ κοπάδι τῶν χοίρων» (ἔ.ἀ. 8,31).

Καὶ ὁ Κύριος ἐπιτρέπει. Φεύγουν, μπαίνουν στοὺς χοίρους, καὶ τότε θέαμα φοβερό· οἱ χοῖροι ὁρμοῦν καὶ πέφτουν μέσα στὴ λίμνη καὶ πνίγονται ὅλοι. Ἔτσι εἶνε ὁ σατανᾶς καὶ οἱ ἄνθρωποί του· ὅταν δὲν μποροῦν νὰ κάνουν κακὸ στὸν ἄνθρωπο, ξεθυμαίνουν στὰ ἄλογα κτίσματα. Δὲν μποροῦν νὰ πειράξουν τὸ κοικοκύρη; σκοτώνουν τὰ ζῷα του· δὲν μποροῦν νὰ καταστρέψουν αὐτόν; κόβουν τὰ δέντρα του…

Γιατί ὅμως ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ συμβῇ αὐτὴ ἡ ζημιά; Διότι τὴν ἐκτροφὴ τῶν χοίρων τὴν εἶχε ἀπαγορεύσει ὁ θεῖος νόμος. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔτρεφαν χοίρους ἁμάρταναν, διότι παρέβαιναν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔλεγε γιὰ τοὺς χοίρους· «Ἀπὸ τούτων οὐ φάγεσθε» (Δευτ. 11,4-6).

Ἡ περιουσία τους αὐτὴ ἦταν παράνομη, γι᾽ αὐτὸ καὶ καταστρέφεται. Μάθε το, ἀδελφέ μου. Περιουσία ποὺ τὴν ἔχει κάποιος μαζέψει μαζὶ μὲ τὸν διάβολο, θὰ χαθῇ. Ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς, ποὺ τὸν βοήθησε νὰ τὴν ἀποκτήσῃ, αὐτὸς θὰ τὴν κάνῃ νὰ σκορπιστῇ στοὺς πέντε ἀνέμους. «Τὰ διαβολομαζώματα - ἀνεμοσκορπίσματα».

Τοὺς Γεργεσηνοὺς ὁ σατανᾶς τοὺς εἶχε βάλει νὰ κάνουν τὸ κοπάδι, αὐτὸς καὶ τοὺς τὸ καταστρέφει. Κ᾽ ἐσὺ στὴ δουλειά σου ποτέ μὴν παίρνεις βοηθὸ τὸ σατανᾶ. Νὰ ἐργάζεσαι μὲ τιμιότητα καὶ εἰλικρίνεια· ἂν θησαυρίζῃς μὲ πονηρία, κλοπὴ καὶ ἀδικία, ματαίως θησαυρίζεις· θὰ τὰ κάψῃ ὅλα ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ μείνῃ τίποτα.

Αὐτὸ δὲν εἴδαμε σήμερα στοὺς Γεργεσηνούς; τίποτα δὲν σώθηκε, ὅλη ἐκείνη ἡ μεγάλη περιουσία καταποντίστηκε.

Ὅταν οἱ βοσκοὶ ἔμειναν χωρὶς κοπάδι, τρέχουν, πηγαίνουν στὴν πόλι καὶ περιγράφουν ὅλα τὰ συμβάντα μὲ τοὺς δαιμονιζομένους. Σηκώνονται τότε τ᾽ ἀφεντικὰ κ᾽ ἔρχονται ἐκεῖ ποὺ ἦταν ὁ Χριστός, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτοὺς ὅλοι οἱ κάτοικοι. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἁμαρτία τους. Μένουν σκληροὶ καὶ πείσμονες. Δὲν συναισθάνονται τὴν παρανομία τους ὥστε νὰ ποῦν· Καλὰ μᾶς ἔκανες, Κύριε, εἴμαστε παραβάτες τῶν ἐντολῶν σου καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦμε. Στέλνει καὶ σ᾽ ἐμᾶς κάποτε, ἀγαπητοί μου, τιμωρίες ὁ Θεός. Τὰ δέντρα μένουν ἄκαρπα, τὰ ζῷα ψοφοῦν, τὰ χωράφια δὲν ἀποδίδουν. Σπέρνουμε, ποτίζουμε, τσαπίζουμε, καλλιεργοῦμε, καὶ δὲν θερίζουμε. Κοπιάζουμε, καὶ δὲν ἀποζημιωνόμαστε, οἱ κόποι μας δὲν ἀνταμείβονται· ξοδεύουμε, καὶ δὲν εἰσπράττουμε. Τί εἶν᾽ αὐτά; Εἶνε τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ σωφρονισμό, εἶνε μπάτσοι - χαστούκια ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξυπνήσουμε ἀπὸ τὸ λήθαργό μας, εἶνε ῥαβδισμοὶ - ξυλιὲς γιὰ νὰ διορθωθοῦμε. Μὰ ἐμεῖς τίποτα! Μοιάζουμε μὲ τοὺς Γαδαρηνούς. Ἀντὶ νὰ μετανοήσουμε, γινόμαστε χειρότεροι. Ἀντὶ νὰ πλησιάσουμε τὸ Χριστό, ἀπομακρυνόμεθα περισσότερο. Ἀντὶ νὰ καλοῦμε καὶ νὰ ὑποδεχώμαστε τὸ Χριστό, ἐμεῖς τὸν διώχνουμε, τοῦ λέμε· Φύγε, ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὰ ὅριά μας, τὶς δουλειές μας, τὰ σπίτια μας· δὲν σὲ θέλουμε. Θέλουμε νὰ ζήσουμε μὲ τὰ πάθη μας, καλὰ περνᾶμε συντροφιὰ μὲ τὰ δαιμόνια!…

* * *

Ὦ ἀδελφοί μου, ἂς ἀλλάξουμε πορεία! Ὅπως βαδίζουμε πᾶμε γιὰ τὸ γκρεμό. Τί ἔκανε ὁ σατανᾶς· ἔφερε τὸ κοπάδι τῶν χοίρων ἐπάνω στὸ γκρεμό, καὶ μετὰ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς ἔρριξε μέσα στὰ νερὰ καὶ τοὺς ἔπνιξε. Τί ἔκανε μὲ τοὺς δύο δαιμονιζομένους· τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὰ σπίτια τους καὶ τὴν κοινωνία, τοὺς ἔστειλε νὰ σέρνωνται στὰ ῥουμάνια, νὰ τσακίζωνται στὶς πέτρες καὶ τοὺς ἔρριξε νὰ κοιμῶνται μέσ᾽ στὰ μνήματα.

Ἔτσι εἶνε ὁ σατανᾶς. ῾Ρίχνει γλυκὰ δολώματα γιὰ νὰ μᾶς ξεγελάσῃ, νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦμε. Εἶνε σὰν τὸ χασάπη, ποὺ ῥίχνει στὸ χοῖρο ξυλοκέρατα γιὰ νὰ τὸν τραβήξῃ στὸ σφαγεῖο· σὰν τὸν ψαρᾶ, ποὺ βάζει δόλωμα στὸ ἀγκίστρι γιὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ψάρι· σὰν τὸν κυνηγό, ποὺ στήνει παγίδα γιὰ νὰ ζωγρήσῃ τὸ θήραμα. Ἔλα κοντά μου! μᾶς φωνάζει ὁ πονηρός. Ἀλλὰ σύ, Χριστιανέ, μὴν τὸν ἀκοῦς· φύγε μακριά του, γιατὶ θὰ σὲ ὁδηγήσῃ στὸ γκρεμό, θὰ σὲ ῥίξῃ στὴν ἄβυσσο, θὰ σὲ κάνῃ ἕνα πτῶμα. Ἔλα κοντά μου! σοῦ λέει ὁ Χριστός. Δέξου τὸ σταυρό μου, καὶ θὰ σὲ ξεκουράσω, θὰ σὲ ἐλευθερώσω ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ σατανᾶ. Ἐγὼ δὲν σὲ ἀπατῶ, δὲν θέλω τὸ κακό σου, θέλω τὴ σωτηρία σου. Δὲν σὲ ἔπεισε ἡ θυσία μου γιὰ σένα; Ἐγὼ θὰ σὲ εὐλογῶ· κοντά μου θὰ εἶσαι εὐτυχισμένος, θὰ βρῇς αὐτὸ ποὺ ποθεῖς. Ἂς ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τοῦ Σωτῆρος μας, ἂν δὲν θέλουμε νὰ θρηνήσουμε ἀνώφελα καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη. Ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Saturday the 21st. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©