ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ' ΛΟΥΚΑ (ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

«Ἀναβαίνωμεν!»

«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι» (Λουκ. 18,10)

Του μ. Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου

Ἡ ζωὴ αὐτὴ ποὺ ζοῦμε ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ζυμωμένη μὲ δάκρυα. Κανείς ἐν τούτοις δὲν μπορεῖ ν᾽ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχει καὶ ὧρες χαρᾶς, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι χαρὰ ἀπὸ χαρὰ διαφέρει. Χαρὰ τοῦ φιλαργύρου π.χ. εἶνε τὸ κέρδος, χαρὰ τοῦ φιλοδόξου τὰ ἀξιώματα, χαρὰ τοῦ σαρκολάτρου ἡ ἡδονή, χαρὰ τοῦ φιλάθλου ἡ νίκη τῆς ὁμάδος του, χαρὰ τῆς νέας οἱ ἀρραβῶνες καὶ ὁ γάμος της…· θὰ ἐμάκραινε πολὺ ὁ λόγος ἂν ἤθελα νὰ σᾶς παρουσιάσω ὅλο τὸ δειγματολόγιο τῆς ἐγκοσμίου χαρᾶς.

Ἂν ὅμως φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ τὴ διαφθορά του καὶ πᾶμε ἐκεῖ ποὺ ἔζησαν καὶ ζοῦν ἅγιοι ἄνθρωποι καὶ τοὺς ρωτήσουμε, ποιά εἶνε ἡ ὥρα ποὺ τοὺς δίνει χαρά, θὰ μᾶς ποῦν, ὅτι αὐτὴ εἶνε ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς, ὅταν γονατίζουν μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ λένε «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13). Ἀκριβῶς τὴ χαρὰ αὐτή, ποὺ δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν προσευχή, μᾶς περιγράφει σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

Οἱ πρῶτες λέξεις του εἶνε «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν…» (ἔ.ἀ. 18,10). Δὲν θὰ ἐξηγήσω ὅλο τὸ εὐαγγέλιο· θὰ ῥίξω ἕνα βλέμμα μόνο στὶς πρῶτες αὐτὲς λέξεις του καὶ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας ἰδίως στὴ λέξι «ἀνέβησαν».

Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται νὰ μὴ ἔχῃ κάποια σημασία, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐμβαθύνουμε στὴν ἔννοιά της, θὰ συλλάβουμε τὸν πολύτιμο μαργαρίτη· ἔκτακτα νοήματα, ὑπέροχες σκέψεις, εὐγενῆ συναισθήματα, ποὺ περικλείει ἡ λέξις αὐτή.

* * *

Τί σημαίνει «ἀναβαίνω»; Ἂν βρίσκεσαι στὸ ὑπόγειο μιᾶς πολυκατοικίας καὶ θέλῃς νὰ πᾷς στὸν τελευταῖο ὄροφο, χρησιμοποιεῖς τὴ σκάλα ἢ τώρα καλύτερα τὸ ἀσανσέρ· πατᾷς ἕνα κουμπὶ καὶ ἀνυψώνεσαι στὸν 7ο, τὸν 8ο, τὸν 10ο ὄροφο· ἤ, ἂν εἶσαι στὴ Νέα Ὑόρκη, στὸν 100ὸ ὄροφο τοῦ οὐρανοξύστου.

Τί σημαίνει «ἀναβαίνω»; Κοιτάζω ψηλά, βλέπω τὴ χιονισμένη τώρα κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ, π.χ. τοῦ Ὀλύμπου, καὶ ἕνας πόθος μὲ τραβάει νὰ βρεθῶ κ᾽ ἐγὼ ἐκεῖ. Γίνομαι λοιπὸν ὀρειβάτης καὶ φτάνω σὲ ψηλὲς κορυφές.

Τί σημαίνει «ἀναβαίνω»; Βλέπω στὸν οὐρανὸ τὰ σύννεφα, βλέπω στὸ διάστημα τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, καὶ μιὰ μυστηριώδης νοσταλγία μὲ ἑλκύει πρὸς τὰ ἐκεῖ. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε πλασμένος γιὰ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ· εἶνε πλασμένος γιὰ τὰ οὐράνια. «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», ὅπως λέει ἡ Ἐκκλησία μας στὴν θεία λειτουργία.

Ἔτσι πολλοὶ γίνονται ἀεροπόροι καὶ πετοῦν στὰ ὕψη μὲ ἀεροπλάνο, ἢ κάποιοι γίνονται ἀστροναῦτες καὶ ταξιδεύουν μὲ διαστημόπλοιο νὰ φτάσουν στὴ σελήνη καὶ πιὸ πέρα.

«Ἀναβαίνω» λοιπὸν ἢ στὸν τελευταῖο ὄροφο, ἢ σὲ μιὰ ψηλὴ κορυφή, ἢ στὸν οὐρανό, ἢ στὸ διάστημα. Παραπάνω; ὑπάρχει παραπάνω; Ἄχ, ἀδελφοί μου, πῶς ἡ ζωὴ αὐτὴ μᾶς ἔκοψε τὰ φτερά! Ἂν εἴχαμε ψυχὲς θερμές, ἂν ἀγαπούσαμε φλογερὰ τὸν Κύριο, θὰ βλέπαμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾽ ἀνεβῇ ἀκόμη ψηλότερα, νὰ πλησιάσῃ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ.

«Οἱ τὰ χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες…» (θ. Λειτ.)! Τὴν ὥρα ποὺ προσευχόμαστε, ἀνεβαίνουμε. Καὶ τὸ ἱερὸ κείμενο λέει· «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν…». Ποῦ «ἀνέβησαν»; Πῆγαν, μὲ τὴν προσευχή, ν᾽ ἀνεβοῦν στὸν οὐρανό. Ὁ ἕνας ὅμως ἀπ᾽ αὐτοὺς γλίστρησε καὶ ἔπεσε στὸν ᾅδη. Οἱ ἀρχαῖοι, καὶ πρὸ Χριστοῦ ἤδη, ἔχτιζαν τοὺς ναούς των στὰ ψηλώματα. Καὶ οἱ Ἰσραηλῖτες ἔχτισαν γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος ἐπίσης σὲ ὕψωμα, στὸ ὄρος Σιών. Γι᾽ αὐτὸ ἐδῶ λέει, ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ ἄνθρωποι «ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι» (Λουκ. 18,10)· ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ σπίτια τους χαμηλὰ καὶ ἀνέβηκαν στὸ ναὸ ποὺ ἦταν ψηλά.

Ἡ πατρίδα μας, ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, ποὺ ἀνέκαθεν διακρινόταν γιὰ τὴ θρησκευτικότητά της, ἔχτισε τὸ ναὸ τοῦ Παρθενῶνος ἐπάνω στὴν Ἀκρόπολι.

Ἔπειτα στὴν χριστιανικὴ Ἑλλάδα οἱ πρόγονοί μας ἔχτιζαν ἐκκλησίες, π.χ. τοῦ Προφήτου Ἠλία, σὲ κορυφές. Καὶ οἱ Χριστιανοὶ ἀγωνισταὶ τοῦ Εἰκοσιένα ἔχτισαν στὸ Λυκαβηττό, στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου· γιατὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων ἐλευθέρωσαν τὴ γωνιὰ αὐτὴ ποὺ ζοῦμε τώρα.

Ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς εἶνε πάντοτε ὥρα ἀναβάσεως, ἀνυψώσεως. Ἀκόμα καὶ ἂν ὁ ναὸς εἶνε χτισμένος ὄχι ψηλὰ ἀλλὰ χαμηλά, καὶ πάλι ἁρμόζει τὸ ῥῆμα «ἀναβαίνω». Ἂν μπῇς στὴν ἐκκλησιὰ μὲ πίστι, σὲ παίρνουν φτερὰ ἀγγέλων καὶ σὲ ὑψώνουν· φθάνεις σὲ ἕνα «ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς» (Ἀκάθ. ὕμν. Α3α).

Ναί, ἀδελφοί μου, ἔχουμε ἀποδείξεις, ὅτι ἡ προσευχὴ ἀνεβάζει σὲ τέτοιο ὕψος. Διαβάστε τὴν ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, τοὺς βίους τῶν ἁγίων, νὰ δῆτε τὴ δύναμι τῆς προσευχῆς. Θὰ δῆτε, ὅτι ὁ προφήτης Δανιὴλ προσευχήθηκε μέσα στὸ λάκκο καὶ τὰ πεινασμένα λιοντάρια ἔγιναν ἥμερα ἀρνάκια (βλ. Δαν. 6,16-24· Βὴλ 31-42).

Θὰ δῆτε, ὅτι ὁ προφήτης Ἰωνᾶς ἐβόησε προσευχόμενος, ἔκανε ἐκκλησία τὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους, καὶ τὸν ἔσωσε ὁ Κύριος (βλ. Ἰων. κεφ. 2). Θὰ δῆτε, ὅτι οἱ Τρεῖς Παῖδες μὲ τὴν προσευχή τους μετέβαλαν σὲ δροσιὰ τὴ φλόγα τῆς καμίνου καὶ σώθηκαν (βλ. Δαν. 3,19-23· Προσευχὴ καὶ Ὕμνος).

Διαβάστε ἀκόμα σελίδες ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς πατρίδος μας, παλαιὰ καὶ νεώτερη, νὰ δῆτε τί θαύματα ἔκαναν οἱ Ἕλληνες μὲ τὴ δύναμι τῆς προσευχῆς. Στὸν βίο π.χ. τῆς ἁγίας Φιλοθέης (19 Φεβρ.) βλέπουμε τί κατώρθωσε μέσα στὴν Ἀθήνα μιὰ γυναίκα μὲ μεγάλα ἰδανικά, μὲ πίστι στὸ Θεὸ καὶ ἀγάπη στὴν πατρίδα· πῶς συγκέντρωνε κοντά της τοὺς ἀδύναμους σὲ νυχτερινὲς δεήσεις.

Θυμηθῆτε οἱ γεροντότεροι κι ὅταν μᾶς βομβάρδιζαν ἰταλικά, γερμανικὰ κ᾽ ἐγγλέζικα ἀεροπλάνα, καὶ οἱ σειρῆνες σφύριζαν, πῶς ἔτρεχαν ὅλοι στὰ καταφύγια, καὶ ἐκεῖ κάτω ἄκουγες προσευχὲς μὲ δάκρυα «Παναγία, σῶσε μας», «Χριστέ, ἐλέησέ μας»…

Ναί, ἀδελφέ μου. Μπορεῖ νά ᾽σαι μέσ᾽ στὴ φυλακὴ - στὸ μπουντρούμι, ἢ μέσα σὲ ὄρυγμα στὴν πρώτη γραμμή, ἢ μέσα σὲ ὑποβρύχιο κάτω ἀπ᾽ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης, ἢ νά ᾽σαι πάνω στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, ἢ νὰ σ᾽ ἔχουν στὸ χειρουργεῖο, ἢ σ᾽ ὁποιαδήποτε ἄλλη περίστασι· παντοῦ μπορεῖς νὰ προσεύχεσαι. Ὅταν προσευχηθῇς μὲ πόνο, τότε ἔρχονται ἄγγελοι, σφουγγίζουν τὰ δάκρυά σου, παίρνουν τὴν προσευχή σου, τὴν ἀνεβάζουν ψηλά, σ᾽ ἀκούει ὁ Θεός!

* * *

Τέτοια προσευχή, ἀδελφοί μου, ἦταν κι αὐτὴ ποὺ ἔκανε ὁ τελώνης τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Μιὰ προσευχὴ ζυμωμένη μὲ πόνο καὶ προπαντὸς μὲ ταπείνωσι, ἔχει μεγάλη δύναμι. Διαφορετικὰ δὲν εἰσακούεται, ἀποδοκιμάζεται. Ἀπόδειξις ὁ φαρισαῖος, σύμβολο καὶ ἐνσάρκωσις τοῦ ἑωσφορικοῦ πνεύματος.

Πῆγε μπροστά, στάθηκε στὴ μέση σὰν κυπαρίσσι ἀλύγιστο, καὶ ἔλεγε· Μὲ βλέπεις, Θεέ; ὅλα τὰ κακὰ τὰ κάνῃ ὁ ἄλλος, ἐγὼ ὅλα τὰ καλά· νηστεύω, προσεύχομαι, ἐλεῶ· πλήρωσέ με λοιπόν… (Αὐτὸ τὸ ἐγὼ μᾶς ἔφαγε· αὐτὸ διέλυσε οἰκογένειες καὶ κοινωνίες, γιατὶ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀξίωσι οἱ ἄλλοι νὰ πέσουν νὰ τὸν προσκυνήσουν).

Ὁ φαρισαῖος εἶχε τὴν ἀξίωσι νὰ τὸν πληρώσουν, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν ἀποδοκίμασε· ἡ προσευχή του δὲν πῆγε ἐπάνω, ἔπεσε κάτω στὴ γῆ. Ἡ ἄλλη προσευχή, ἑνὸς ταπεινοῦ ποὺ διέπραξε πολλὲς ἁμαρτίες ἀλλὰ εἶχε συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ βαθειὰ μετάνοια, ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ μὲ φτερὰ ἀγγέλου. Γιατὶ αὐτὸς μπῆκε στὸ ναὸ μὲ τὰ μάτια κάτω, μὲ βαθὺ αἴσθημα ταπεινοφροσύνης.

Πάρτε ὅλες τὶς δικές μας προσευχές, τὰ «Κύριε, ἐλέησον» κλήρου καὶ λαοῦ, καὶ στύψτε τα· δὲν θὰ φτειάξετε τὸ «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Λίγες κουβέντες, λίγα λόγια. Αὐτὴ ἡ μικρὴ προσευχή, ζυμωμένη μὲ τὸ δάκρυ, τὸν πόνο καὶ τὴν ταπείνωσι, ἔγινε μιὰ σκάλα ποὺ ἔφτασε μέχρι τὸν οὐρανό.

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, πιὸ μεγάλη δύναμι ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή. Προσεύχεσθε! Προσεύχεσθε ἀντρόγυνα γιὰ νά ᾽χετε ὁμόνοια, προσεύχεσθε γονεῖς γιὰ τὰ παιδιά σας, προσεύχεσθε μικροὶ - μεγάλοι γιὰ ὅλα. Ἀπὸ σήμερα ἀνοίγει τὸ Τριῴδιο, τὸ ἱερὸ βιβλίο. Ὁ κόσμος τὸ ὑποδέχεται μὲ ἁμαρτία, ἀσέβεια, ἀκολασία· ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ τὸ δεχτοῦμε μὲ τὸ «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας»· μὲ νηστεία, κατάνυξι, ἀνάτασι ψυχῆς. Διαρκεῖ 10 βδομάδες, 70 μέρες, 1680 ὧρες.

Σήμερα εἶνε ἡ πρώτη Κυριακή. Μπροστά μας εἶνε μιὰ σκάλα οὐρανοδρόμος, ἕνα πνευματικὸ ἀσανσέρ. Ἐμπρὸς ν᾽ ἀνεβοῦμε πρὸς τὰ ὕψη! ν᾽ ἀνεβοῦμε ὡς ἄνθρωποι, ὡς Ἕλληνες, ὡς Χριστιανοί. Νὰ ζήσουμε ἔστω λίγες ὧρες μὲ τὸ δάκρυ τοῦ σταυροῦ, τὴ μνήμη τῶν κεκοιμημένων μας, τὸν πόνο τῆς πατρίδος.

Τὸ Τριῴδιο ἀνοίγει μὲ τὴν ταπεινὴ προσευχὴ τοῦ τελώνου. Θὰ κλείσῃ τὸ Μέγα Σάββατο, ὅταν ὁ ἱερεὺς κρατώντας κάνιστρο μὲ δαφνόφυλλα θὰ τὰ σκορπάῃ λέγοντας· «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν…»(Ψαλμ. 81,8). Ἔτσι νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἑορτάσουμε τὰ σεπτὰ πάθη καὶ τὴν ἔνδοξο ἀνάστασι τοῦ Κυρίου· ἀμήν.

 (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος