ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Print
Κατηγορία: Ευαγγέλιο Κυριακής
Published Date

Ἐσεῖς τί ζητᾶτε στὴ ζωή σας; «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον…» (Μᾶρκ. 16,6)

ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ὅταν, ἀγαπητοί μου, συμβῇ κάπου ἔγκλημα, τὸ μέρος αὐτό, ὁ τόπος ποὺ σκοτώνεται ἄνθρωπος καὶ βάφεται μὲ αἷμα, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἀποκτᾷ κάποια ἀγριότητα. Οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀποφεύγουν· γυναῖκες καὶ παιδιά, τὴ νύχτα ἰδίως, φοβοῦνται νὰ περάσουν ἀπὸ ᾽κεῖ. Ὑπάρχουν καὶ λαϊκὲς παραδόσεις –ποὺ βέβαια δὲν εἶνε σωστές, ἀλλ᾽ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκφράζουν αὐτὴ τὴν ἀντίληψι–, ὅτι ἐκεῖ ποὺ χύνεται αἷμα ἄδικα ὁ τόπος βρυκολακιάζει.

Στὸν κόσμο ὅλο, ὅπως καὶ στὸν τόπο μας, πολλὰ ἐγκλήματα ἔχουν γίνει, ἰδίως τὰ τελευταῖα χρόνια, καὶ νομίζει κανεὶς ὅτι ἔχουν βρυκολακιάσει τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια μας καὶ βογγᾷ ἡ γῆ μας. Ἀλλ᾽ ἂν μὲ ρωτήσετε, ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα ποὺ ἔγινε ποτὲ πάνω στὴ γῆ, θὰ σᾶς πῶ ὅτι εἶνε ἡ Σταύρωσις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἕνας ἀτελὴς ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι ἐμεῖς· εἶνε ὁ ἀθῷος καὶ ἀναμάρτητος. Δὲν εἶχε κάνει καμμία ἁμαρτία, καὶ συνεπῶς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ αὐτὸ τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο ποὺ ὑπέστη.

Ἔκρυψε ὁ ἥλιος τὶς ἀκτῖνες του, σείστηκε ἡ γῆ, σχίστηκε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ, ἄνοιξαν τὰ μνήματα. Τρόμος καὶ φόβος κατέλαβε ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν συντελέσει στὴν σταύρωσί του (βλ. Ματθ. 27, 51. Λουκ. 23, 45). «Πατεῖς με - πατῶ σε» ἔφυγαν ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, δὲν ἔμεινε κανένας ἐκεῖ. Ἔμεινε μόνος ὁ Χριστὸς κρεμασμένος ἐπάνω στὸ σταυρό. Ἐκεῖ ἦταν μόνο οἱ στρατιῶτες κι ὁ ἑκατόνταρχος, γιὰ νὰ ἐκτελέσουν τὴ διαταγὴ τῆς προϊσταμένης τους ἀρχῆς, ποὺ ἦταν νὰ φρουροῦν τὰ πτώματα τῶν ἐκτελεσθέντων.

Αὐτοὶ καὶ μετὰ τὴν Ἀποκαθήλωσι, ἡ ὁποία ἔγινε μὲ εὐλάβεια ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικοδήμου, ἔμειναν τὴ νύχτα ἐκεῖ καὶ φύλαγαν τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ποὺ εἶχαν ἀπὸ τὸν Πόντιο Πιλᾶτο, ἕτοιμοι καὶ νὰ ἐκτελέσουν ἀκόμη ἐπὶ τόπου ὅποιον ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ πλησιάσῃ.

Νύχτα μυστηρίου, νύχτα φόβου καὶ τρόμου ἐκάλυπτε τὸ μέρος. Ποιός τολμοῦσε νὰ πάῃ ἐκεῖ; μήπως ὁ Πέτρος ἢ κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου; Κανείς. Καὶ ὅμως στὸν φρικτὸ ἐκεῖνο τόπο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ τάφου πῆγαν – ποιοί; κάποιες γυναῖκες, οἱ μυροφόρες· κι αὐτὸ ἀποτελεῖ αἰώνιο ἔπαινό τους, καὶ γι᾽ αὐτὸ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν ἱερὰ μνήμη τους.

Αὐτές, τὸ ἀσθενὲς λεγόμενο φῦλο, ποὺ ἀγαποῦσαν τὸ Χριστὸ πάνω ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, δὲν φοβήθηκαν οὔτε τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας οὔτε τοὺς ὡπλισμένους στρατιῶτες οὔτε τὴ μεγάλη πέτρα ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου. Λὲς καὶ εἶχαν φτερὰ στὰ πόδια ἔτρεξαν καὶ πρὶν τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου βρέθηκαν ἐκεῖ. Γι᾽ αὐτό, ὡς ἀμοιβὴ τῆς φλογερῆς ἀγάπης τους, τοῦ κόπου καὶ τῆς θυσίας τους, ἄκουσαν πρῶτες αὐτὲς ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».

Δὲν θέλω, ἀγαπητοί μου, νὰ σᾶς κουράσω· μόνο μιὰ σκέψι νὰ κάνουμε πάνω στὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ φτερωτὸς ἄγγελος στὶς μυροφόρες. Ὁ ἄγγελος τοὺς εἶπε· «Μὴ ἐκθαμβεῖσθε», μὴν τρομάζετε (Μᾶρκ. 16,6), «μὴ φοβᾶστε ἐσεῖς» (Ματθ. 28,5). Ἐσεῖς δὲν ἔχετε τὴν καρδιὰ τοῦ Πιλάτου, τοῦ Ἄννα, τοῦ Καιάφα ἢ τοῦ Ἰούδα. Ξέρω, ὅτι ἐσεῖς ἀνεβήκατε ἐδῶ μὲ αὐταπάρνησι κι ἀπὸ ἀγάπη. Ξέρω πολὺ καλὰ τί θέλετε· ξέρω ὅτι, περισσότερο ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο αὐτόν, ἐσεῖς «ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον»· λοιπὸν «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν» (Μᾶρκ.16,6).

Αὐτὸ ποὺ εἶπε καὶ βεβαίωσε ὁ ἄγγελος, ὅτι οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες ζητοῦσαν Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, αὐτὸ σὰν νὰ τ᾽ ἀκούω τώρα καὶ ἐδῶ νὰ τὸ λέῃ σ᾽ ἐμᾶς. Ἐὰν λοιπὸν ἕνας ἄγγελος, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κατὰ τὴν πίστι μας μᾶς συνοδεύουν καὶ ἀοράτως βρίσκονται ἀνάμεσά μας, ἂν ἕνας ἄγγελος μᾶς κάνῃ τὸ ἐρώτημα «Τί ζητᾶτε, τί θέλετε;»· ἂν τὸ κάνῃ σ᾽ ἐμένα, σ᾽ ἐσᾶς, στὸν ἀνώτατο ἄρχοντα, σ᾽ αὐτὸν ποὺ εἶνε μέσα στὸ κατάστημα ἢ στὴν τράπεζα, ἢ στὸν ἐργοστασιάρχη, στὸν ἐργάτη, στὴ γυναῖκα, στὸ παιδί, ἂν ὁ ἄγγελος μᾶς πῇ «Τί ζητᾶτε στὸν κόσμο αὐτό, τί ψάχνετε νὰ βρῆτε;», ποιά θὰ εἶνε ἡ ἀπάντησί μας; Οἱ μυροφόρες γυναῖκες ζητοῦσαν ὄντως, ἑκατὸ τοῖς ἑκατό, «Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον»· ἐμεῖς τί ζητᾶμε, τί ψάχνουμε νὰ βροῦμε στὸν κόσμο αὐτόν; Ἂν εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἂν βάλῃ ὁ καθένας τὸ χέρι στὴν καρδιὰ καὶ ἐρευνήσῃ τὸ ἐσωτερικό του, ἐνδοσκοπήσῃ τὸν ἑαυτό του, τότε θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο ζητᾶμε.

Φοβᾶμαι ὅτι ὅπως τὰ πεινασμένα σκυλιὰ τρέχουν δεξιὰ - ἀριστερὰ νὰ βροῦν κρέατα σάπια, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς γυρίζουμε ψάχνοντας στοὺς δρόμους καὶ στὶς ἀγυιὲς τοῦ κόσμου. Τί ζητοῦν οἱ ἄντρες, οἱ γυναῖκες, οἱ νέοι καὶ οἱ νέες μας; τί ζητάει ὁ κόσμος; Ζητάει λεφτὰ - χρήματα, ζητάει δόξα - τιμή - ἀξιώματα, ζητάει ἡδονές - διασκεδάσεις - γλέντια. Ὁ κόσμος ζητάει κάθε ἄλλο παρὰ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο. Δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς ζήτησις ἀνωτέρων πραγμάτων, δὲν ἐκτιμοῦμε ἐμεῖς τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ ἅγια πράγματα.

Κάποιος μῦθος τοῦ Αἰσώπου λέει, ὅτι σὲ μιὰ αὐλὴ ἕνας κόκορας σκάλιζε ζητώντας νὰ βρῇ σκουλήκια καὶ σπόρους. Ψάχνοντας, τὸ νύχι του σκόνταψε – ποῦ· σ᾽ ἕνα διαμάντι. Καὶ τὸ ἀνόητο πουλὶ τὸ κλώτσησε, τὸ πέταξε πέρα, τὸ περιφρόνησε. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ· σκουλήκι ἤθελε, ὄχι διαμάντι. Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς περιφρονοῦμε τὰ μεγάλα καὶ πολύτιμα πράγματα, ζητᾶμε μικρὰ καὶ ἀσήμαντα καὶ σ᾽ αὐτὰ δίνουμε ὅλη τὴν καρδιά μας. Νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια· ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία, σᾶς ἐρωτῶ, ποιός ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…» ἔχει τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά του στὸ Θεό; Ὁ καθένας τότε θὰ βρῇ νὰ σκεφτῇ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Εἴμαστε –ἂς ἐπιτραπῇ ἡ λέξι– θεομπαῖχτες, καὶ θὰ μᾶς κλείσῃ ὁ Θεὸς τὶς ἐκκλησιές.

Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ εὐλογημένα, ποὺ δὲν εἶχαν οὔτε ῥαδιόφωνα οὔτε τηλεοράσεις, ἀλλὰ εἶχαν πίστι, ἔμπαιναν στὴν ἐκκλησιὰ «ὄρθρου βαθέος», ἔπιαναν μιὰ γωνιὰ καὶ προσεύχονταν χωρὶς νὰ κοιτάζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, κι ἀπὸ τὰ μάτια τους ἔτρεχαν δάκρυα ποὺ ἔβρεχαν τὰ πλακάκια. Ποῦ τώρα εὐλάβεια, ποῦ πίστις, ποῦ δάκρυα! Οὔτε καὶ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴν ἱερὰ δὲν ζητοῦμε Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον.

Καὶ θὰ θυμηθῶ πρὶν τελειώσω κάτι ποὺ εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Ἕνας πραγματευτὴς - ἔμπορος πενήντα χρόνια γύριζε καὶ ἔψαχνε στὸν κόσμο νὰ βρῇ καλὰ πράγματα, πολύτιμα πετράδια, καὶ τὰ μάζευε σ᾽ ἕναν τορβᾶ. Ὅταν ὁ τορβᾶς γέμισε, τὰ πῆγε ὅλα σ᾽ ἕνα σαράφη - χρηματιστή. Αὐτός, ἀφοῦ τὰ ἐξέτασε ὅλα, τοῦ λέει· Ἄνθρωπέ μου, ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ τὰ πετράδια ἕνα μόνο ἀξίζει, τοῦτο τὸ μικρό, τὸ διαμάντι· ὅλα τ᾽ ἄλλα εἶνε ψεύτικα, πέταξέ τα στὸ ῥέμα. Δὲν τὸν πίστεψε καὶ πῆγε σὲ δεύτερο, σὲ τρίτο, σὲ τέταρτο σαράφη· κι αὐτοὶ τὸ ἴδιο τοῦ εἶπαν, ὅτι πράγματι ἕνα μόνο ἀξίζει, τὸ διαμάντι. Τὸ πῆρε λοιπὸν τὸ διαμάντι καὶ γιὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀξία του, ὅταν στὸ δρόμο εἶδε ἕνα τυφλό, κάνει μὲ τὸ διαμάντι τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, τὸ ἀγγίζει στὸ μάτι του, καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του. Παρακάτω βλέπει ἕνα κουφό, τὸ ἀγγίζει στὸ αὐτί του κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ὁ κουφὸς ἀκούει. Παρακάτω βλέπει μιὰ γριὰ κ᾽ ἕνα γέρο, τὸ ἀγγίζει πάνω τους καὶ γίνονται νέοι. Παρακάτω περνοῦσε μιὰ κηδεία, ἀγγίζει τὸ διαμάντι πάνω στὸ νεκρὸ καὶ ὁ νεκρὸς ἀνασταίνεται (βλ. ἐπ. Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ἀθῆναι 201331, σσ. 271-4). Ποιά εἶνε ἡ ἑρμηνεία· ἐμεῖς εἴμαστε οἱ πραματευτάδες, ὅλοι μας, ποὺ ψάχνουμε νὰ βροῦμε ἀλήθεια στὸν κόσμο τοῦτο, καὶ μαζεύουμε καὶ μαζεύουμε… Ψεύτικα εἶνε ὅλα, ἕνα ἔχει ἀξία, τὸ διαμάντι, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπου τὸ ἀγγίξῃς, κάνει θαύματα, ἀρκεῖ νὰ πιστεύῃς πραγματικά. Αὐτὸ τὸ διαμάντι, τὴν πίστι στὸ Χριστό, ἀξίζει νὰ ζητᾶμε.

* * *

Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν «τί ζητᾶτε;» ἂς ἀπαντήσουμε κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου· «Χριστέ μου, δὲν ζητᾶμε τίποτε ἄλλο· σὺ φτάνεις!». Αὐτὸν νὰ ζητᾶμε, τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο. Καὶ πῶς νὰ τὸν ζητᾶμε; Θερμά, ὄχι ψυχρά· ὅπως ὁ πεινασμένος τὸ καρβέλι, ὅπως ὁ διψασμένος τὸ νερό, ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ τὴ μάνα του, ὅπως ὁ φυλακισμένος τὴ λευτεριά του, ὅπως ὁ φτωχὸς τὴν ἄνεσί του, ὅπως ἡ μέλισσα τὸ ἄνθος, ὅπως τὸ ἀρνάκι τὴ χλόη. Ζητᾶτε Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο, καὶ τότε θὰ εἶστε εὐτυχισμένοι ἑκατὸ τοῖς ἑκατό. Ὅποιος ἔχει τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο, ἔχει τὸ Θεό, τὴν εὐτυχία, τὴ χαρά. Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, ὃν ὑμνεῖ πᾶσα ἡ κτίσις εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Monday the 22nd. Joomla 2.5 Templates. Copyright © 2012. Παγκύπρια Ένωση Γονέων. | Developed by Logosnet.cy.net
Copyright 2012

©